23 Μαρτίου 2011

on HISTORY

One tragic night I was miserable because I had to decide between practice and history. I remember I was sweating, walking around, felt ill, had a fever. At the end, in the morning, I had decided and that was it! I gave up all the tools of architecture and determined to dedicate myself entirely to history. What kind of history I didn't know, but I knew at that moment that it should be history.

MANFREDO TAFURI

"History as Project: An Interview (by Luisa Passerini) with Manfredo Tafuri (Ρώμη, Φεβρουάριος-Μάρτιος 1992)" στο I. de Sola-Morales (επ.), "Being Manfredo Tafuri", Architecture Νew York, 25-26 (1999), σ.31.

19 Μαρτίου 2011

Ανάμεσα σε Επιστήμη και Τέχνη

Ανάμεσα σε Επιστήμη και Τέχνη. Η ελληνική αρχιτεκτονική μέσα από το περιοδικό Τεχνικά Χρονικά.


(Το παρακάτω κείμενο βασίζεται στη μεταδιδακτορική έρευνα που έκανα πρόσφατα με υποτροφία ΙΚΥ και τίτλο: Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ. Mέρος του παρακάτω κειμένου παρουσιάστηκε σήμερα στην εισήγησή μου στο 11ο Πανελλήνιο Συνέδριο Αρχιτεκτόνων)


Μέσα από το περιοδικό των Τεχνικών Χρονικών οι Έλληνες αρχιτέκτονες μπορούσαν να προβάλουν σε ένα θεσμικό όργανο του κλάδου τους και με έναν έγκυρο τρόπο τις απόψεις και τις προτάσεις τους για θέματα που αφορούσαν την ελληνική αρχιτεκτονική και πολεοδομία. Από το 1932 όταν και κυκλοφόρησε αποτέλεσε ένα βήμα προώθησης και του ελληνικού μοντερνισμού ο οποίος τότε έθετε στο ευρύ κοινό τα πρώτα δείγματα γραφής. Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς η θεματολογία των άρθρων του σε μεγάλο βαθμό εκφράζει διαχρονικά και τις κατευθύνσεις των Ελλήνων αρχιτεκτόνων και μέσα από αυτές αναδεικνύει θέσεις, απόψεις και ιδεολογίες.


Στο άρθρο του με τίτλο «Πολεοδομική»[1], λίγους μήνες πριν το 4ο CIAM του 1933, ο Αlberto Sartoris αναφέρεται στο έργο γνωστών αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων της εποχής όπως οι Le Corbusier, Hilberseimer, Victor Bourgeois, André Lurçat, Mallet-Stevens, Ernst May, J. J. Oud, Gropius κ.α. εκθέτοντας παράλληλα την προβληματική την οποία έθεσαν τα τρία πρώτα CIAM:[2]


Τρία κεφαλαιώδη αντικείμενα: την κατανομή του εδάφους, την οργάνωση της κυκλοφορίας και την νομοθεσία. Νομοθεσία ήτις δεν θα έχει μόνον χαρακτήρα αισθητικόν – θ’ απετέλει τούτο άμεσον καταστροφήν της συγχρόνου πολεοδομίας – αλλά ακόμη και προπαντός τεχνικόν και δικαστικόν χαρακτήρα.[3]


Βλέπουμε τον Sartoris να θέτει τα τρία πρακτικά ζητήματα της μοντέρνας πολεοδομίας και να θεωρεί «καταστροφική» μια πολεοδομική νομοθεσία η οποία θα έχει μόνο αισθητικό χαρακτήρα, η οποία θα ενδιαφέρεται πρωτίστως για την εικόνα της πόλης. Αυτό το οποίο θεωρεί ο Sartoris σημαντικό είναι ο τεχνικός χαρακτήρας, η έμφαση δηλαδή στην επίλυση πρακτικών θεμάτων της πόλης με έναν σαφή, ορθολογικό και αδιαμφισβήτητο τρόπο και όχι η μορφή των κτηρίων. Θέλοντας να δώσει ένα παράδειγμα ο Sartoris αναφέρεται στην έκθεση του Weissenhof του 1927 και την έκθεση του Breslau του 1929 και δείχνει με πώς επιλύθηκαν κάποια ζητήματα σχετικά με την κατοικία με ένα απλό-ορθολογικό τρόπο.[4]


Στο ίδιο τεύχος θα βρούμε και ένα άρθρο του Στάμου Παπαδάκη, αμέσως μετά αυτό του Sartoris, πάλι σχετικό με τα CIAM.[5] Ο Παπαδάκης, όχι τυχαία ο επικεφαλής της ελληνικής ομάδας του 4ου CIAM, δεν θα μείνει στην παρουσίαση της δουλειάς ξένων αρχιτεκτόνων αλλά θα κάνει τις δικές του προτάσεις. Στο άρθρο του «Ο συνοικισμός της νέας Αλεξάνδρειας και η εδαφική οικονομία των Αθηνών» εμφανίζει μία σοσιαλιστική προσέγγιση της πολεοδομίας όπου μεγάλα επαναλαμβανόμενα συγκροτήματα τοποθετούνται στο κέντρο της πόλης αντικαθιστώντας τον υπάρχοντα ιστό. Η αναφορά του Παπαδάκη στον Ernst May και τις μελέτες του, αν και μάλλον δεν τον βοηθάει να υποστηρίξει την πρότασή του, είναι ενδεικτική ωστόσο της ριζοσπαστικής λογικής του.[6]


Μία έντονη αναζήτηση της σχέσης της αρχιτεκτονικής με την κοινωνία είχε και ο νεαρός τότε Γιάννης Δεσποτόπουλος. Στο άρθρο του «Πολεοδομική» στα Τεχνικά Χρονικά φαίνεται να υιοθετεί μια σοσιαλιστική προσέγγιση της νέας κατάστασης και του ρόλου που έχει η αρχιτεκτονική σε αυτήν:


Διανύομεν σήμερον κρίσιν, πολιτισμού και εν γένει κοινωνικήν. Νέαι πνευματικαί ανάγκαι και νέα τεχνικά μέσα απαιτούν οργάνωσιν των κοινωνικών ομάδων. Αι απόπειραι συμβιβασμού του παλαιού κεφαλαιοκρατικού συστήματος με τας νέας αρχάς, δια δήθεν συγχρονισμού του ανωτέρω συστήματος, μόνον εις επίτασιν της κρίσεως οδηγούν και επιβράδυνσιν της ορθής λύσεως των προβλημάτων, τα οποία εν τούτοις διαγράφονται σαφέστατα.[7]


Και παρακάτω:


Η κατάρρευσις του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και η εμφάνισις του σοσιαλιστικού, επιβάλλει όθεν την μελέτην των νέων αρχών και την επίλυσιν των τιθέμενων ζητημάτων.[8]


Ως παράδειγμα το οποίο υιοθετεί τις νέες αρχές σχεδιασμού ο Δεσποτόπουλος θα παρουσιάζει σχέδια του Le Corbusier αλλά και σχέδια του Ernst May για προάστιο της Μόσχας φέρνοντάς το μάλιστα σε αντιδιαστολή με την πολεοδομία της Νέας Υόρκης την οποία κατακρίνει. Παρουσιάζει επίσης σχέδια του F. Forbat, τις μελέτες για το Novosibirsk (των Babenkow, Vlassow, Poljacow) και για τη θεωρητική γραμμικής πόλης Linienstadt-Bandstadt (του Lawrow). Για τον Δεσποτόπουλο αυτές οι νέες πόλεις της Σοβιετικής Ένωσης αποτελούν το παράδειγμα που όλοι πρέπει να ακολουθήσουν:


Εις τα κέντρα κατοικίας, εργασίας και πνευματικής ζωής των νέων σοσιαλιστικών πόλεων εφαρμόζονται όλαι αι επιστημονικαί και τεχνικαί πρόοδοι της υγιεινής.[9]


Η νέα αυτή πολεοδομία είναι που θα θέσει τις βάσεις ενός νέου κοινωνικού συστήματος. Άλλωστε η αρχιτεκτονική λειτουργεί ως καθρέφτης της κοινωνίας σε κάθε σημαντικό πολιτισμό:


Τείνομεν προς νέον κοινωνικόν καθεστός του οποίου αι εκδηλώσεις ζωής και λειτουργίας προσδίδουν εις την πολεοδομικήν χαρακτηριστικήν κατεύθυνσιν, όπως συνέβη πάντοτε εις κάθε μεγάλην εποχήν πολιτισμού.[10]


Γεγονός είναι ότι παράλληλα με άρθρα όπως αυτά του Sartoris, του Παπαδάκη και του Δεσποτόπουλου τα οποία προσπαθούν με έναν δυναμικό, ριζοσπαστικό τρόπο να εισάγουν την πρωτοπορία, πολλά κτήρια κοινωνικού χαρακτήρα παρουσιάζονται εκείνη την εποχή μέσα από τις σελίδες των Τεχνικών Χρονικών. Σχολεία, νοσοκομεία, κοιτώνες, κάθε είδους κτήριο που έχει κοινωνικό χαρακτήρα είναι αντικείμενο ενδιαφέροντος, σχεδιάζεται από μερικούς από τους ικανότερους αρχιτέκτονες και προβάλλεται προς όλον τον τεχνικό κόσμο της χώρας ως ένα έργο ελπιδοφόρο το οποίο κοιτάει στο μέλλον ελπίζοντας σε μια καλύτερη κοινωνία.


Αυτό το πραγματιστικό πρόσωπο του μοντερνισμού όπου ο ορθολογισμός και η αφαίρεση καθορίζουν το πλαίσιο της δημιουργίας δε γίνονταν όμως από όλους αποδεκτό. Στα Τεχνικά Χρονικά θα συναντήσουμε και άρθρα εχθρικά απέναντι σε αυτήν την φιλοσοφία. Σε άρθρο του με τίτλο «Η επίσκεψις των Ρώσσων αρχιτεκτόνων» ο Β. Κασσάνδρας αντιμετωπίζει με προβληματισμό, ακόμα και ειρωνεία το «σοβιετικό» μοντερνιστικό πρότυπο και την ιδεολογία που αυτό εκφράζει:[11]


Η Ρωσσία, καθώς γνωρίζομε, είναι το μέρος, όπου εχρησιμοποιήθη περισσότερο από παντού ο νέος ρυθμός […] Υπήρξε δηλαδή η Ρωσσία το πλέον ευρύ και ποικίλον θέατρον της εξελίξεως της νέας αρχιτεκτονικής […] και μας λέγουν οι Ρώσσοι σήμερα: «Η μοντέρνα αρχιτεκτονική ανήκει στο παρελθόν, όπως και εκείνες που αντικατέστησε». Γιατί άραγε σκέπτονται έτσι οι Ρώσσοι αρχιτέκτονες; Την εβαρέθηκαν, ή μήπως υπάρχει κάποιος άλλος λόγος; Για μένα ασφαλώς υπάρχη: Έπαυσε πλέον να τους ικανοποιή.[12]


Ο νέος αυτός «ρυθμός» ο οποίος ήρθε από τη Ρωσία έπαψε, όπως γράφει ο Κασσάνδρας, να απασχολεί ακόμα και τους ίδιους τους Ρώσους, ανήκει στο παρελθόν.


Όταν ο άνθρωπος πεινά, θέλει να φάγη, ζητά την ψυχαγωγία, αλλά συγχρόνως αρέσκεται και στην καλλιτέρα εμφάνισι. Ντύνεται καλλίτερα. Νοικοκυρεύει το σπίτι του. Η θέρμανσις δεν του αρκεί. Το ζεστό νερό του καθιστά ευκολώτερο το πρωινό πλύσιμο κατά το διάστημα του παγερού χειμώνα, αλλά αρχίζει να ενδιαφέρεται και για τα ωραία παραπετάσματα στο σπιτικό του. Διαλέγει φόρμες και χρώματα. Έχει τότε αρχίσει να γεννάται το αίσθημα του καλού μέσα του. Αυτό, είναι η απαρχή της «Τέχνης». Αρχίζει λοιπόν ο Ρώσσος να ζητά από τον Αρχιτέκτονά του κάτι τι περισσότερο από το απαραίτητο. Γι’ αυτό έφυγαν οι νέοι Αρχιτέκτονες από τη Ρωσσία και γυρίζουν όλον τον κόσμο εις αναζήτησι πνευματικής τροφής.[13]


Για τον Κασσάνδρα η αφαίρεση έχει νόημα μέχρι το σημείο όπου καλύπτονται οι βασικές ανάγκες του ανθρώπου. Από εκεί και πέρα ο άνθρωπος δεν αρκείται στα βασικά αλλά αρχίζει να ενδιαφέρεται για παραπετάσματα, φόρμες και χρώματα. Αυτό για τον Κασσάνδρα είναι η απαρχή της Τέχνης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κασσάνδρας είναι ένας αρχιτέκτονας της Beaux Arts. Ένας αρχιτέκτονας ο οποίος σπούδασε την αρχιτεκτονική ως Τέχνη σε αντίθεση με τον Δεσποτόπουλο του Bauhaus ο οποίος έβλεπε τον εαυτόν του ως επιστήμονα μηχανικό. Το μοντέρνο για τον Κασσάνδρα επομένως αφορά κάποιους εξαθλιωμένους, όσους δεν έχουν στέγη, φαγητό και νερό. Όσοι έχουν περάσει αυτό το στάδιο αναζητούν κάτι άλλο το οποίο δεν μπορεί να τους το δώσει η μοντέρνα αρχιτεκτονική:


Αφού αφαιρέσαμε τις κορνίζες από τα κτίριά μας, καθώς και κάθε διακόσμησι, επειδή αι διακοσμήσεις ίσαν περιττές σύμφωνα με την Οργανική Θεωρία, η οποία κατέκτησε τους πάντας, αρχίσαμε να εφαρμόζωμε μερικά καλούπια, που μας έδωσαν δυο τρεις δυνατοί πραγματικώς άνθρωποι, κι’ έτσι κατήντησε η Αρχιτεκτονική βιομηχανία […] παραδώσαμε την ωραία τέχνη μας βορά των πολιτικών μηχανικών, οι οποίοι μας συναγωνίζονται λίαν επιτυχώς.[14]


Για τον γνωστό αρχιτέκτονα η τυποποίηση, η αφαίρεση, η λειτουργικότητα δεν μπορούν να είναι αξίες καθαυτές. Η αρχιτεκτονική καταντάει βιομηχανία την στιγμή που ακολουθούνται τύποι (καλούπια) και υπάρχει αδιαφορία για τη διακόσμηση. Αν όμως αυτή η τυποποίηση είναι κάτι που μπορεί να κάνει και ένας πολιτικός μηχανικός, τότε ο κίνδυνος να μείνουν οι αρχιτέκτονες χωρίς αντικείμενο είναι κοντά.


Στα επόμενα χρόνια της δεκαετίας του 1930 το μοντέρνο θα υπερισχύει στις αρχιτεκτονικές σελίδες των Τεχνικών Χρονικών ως ή νέα αρχιτεκτονική, αυτή που είναι συνυφασμένη με το την ανάπτυξη και την πρόοδο στην Ελλάδα. Τα πράγματα θα αλλάξουν δραματικά λίγο καιρό πριν τον πόλεμο. Εκεί η αισιοδοξία θα αντικατασταθεί από το φόβο του επερχόμενου πολέμου. Τα άρθρα στις σελίδες της αρχιτεκτονικής θα δώσουν τη θέση τους σε άρθρα γύρω από την αντιαεροπορική άμυνα, τα καταφύγια και τις οχυρώσεις.


Λίγα χρόνια μετά, το 1949, στο CIAM του Μπέργκαμο γίνεται η παρουσίαση ενός πρωτότυπου συστήματος αναπαράστασης των δεδομένων ανάλυσης και σύνθεσης της πολεοδομίας. Αυτό το σύστημα το οποίο ονομάζεται grille το έχει επεξεργαστεί η ομάδα ASCORAL την οποία διευθύνει ο Le Corbusier. Στην πραγματικότητα, όπως αναφέρει ο Γ. Σημαιοφορίδης, πρόκειται για ένα μεθοδολογικό εργαλείο το οποίο σχετίζεται με τις αρχές της Χάρτας των Αθηνών. Η αρχιτεκτονική και η πολεοδομία επανέρχονται με αυτόν τον τρόπο στον κοινωνικό τους ρόλο.[15]


Στην Ελλάδα, εκείνη την εποχή αρχίζει να αναπτύσσεται σταδιακά και ένας αντίστοιχος προβληματισμός για τη σημασία της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας στην ανοικοδόμηση. Άρθρα όπως αυτά του πολιτικού μηχανικού Σ. Χατήρα για τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς της Σουηδίας[16] και του προέδρου του τμήματος πολιτικών μηχανικών του ΤΕΕ Α. Καραβασίλη για την οικιστική πολιτική της Σουηδίας είναι ενδεικτικά του προβληματισμού.[17] Μιλάμε όμως για άρθρα πολιτικών μηχανικών και όχι αρχιτεκτόνων μηχανικών.


Αρχιτέκτονες όπως ο Β. Κασσάνδρας εμφανίζονται συνήθως να ασχολούνται με άλλα, λιγότερο «πεζά» θέματα όπως για τα συστήματα προοπτικής[18] στην αρχιτεκτονική ή για την διαδικασία της «μύησης» στην αρχιτεκτονική[19] όπου περιγράφει πώς «η έμπνευσις δίνει την πρώτη σχηματική ιδέα της αρχιτεκτονικής λύσεως»[20] και με ποιον τρόπο «η αρχιτεκτονική καλαισθησία καλλιεργείται όπως τα εκλεκτά λουλούδια του θερμοκηπίου».[21]


Ενδιαφέρον έχει επίσης το γεγονός ότι την δεκαετία του ‘50 και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60 στα Τεχνικά Χρονικά δημοσιεύονται πολλά άρθρα για ναούς και εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Έτσι από το 1956 π.χ. τα άρθρα στα Τεχνικά Χρονικά που αφορούν στην αρχιτεκτονική έχουν τίτλους όπως: «Η Παναγία και ο Άγιος Νικόλαος της Ίσοβας», «Η ακουστική της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας», «Μελέτη της αρχιτεκτονικής ναών τινών Αττικής και Βοιωτίας», «Η αρχιτεκτονική δύο ναών παρά το Ασπροχώριον Αττικής», «Ο ναός της Αγίας Βαρβάρας Χώρας Άνδρου», «Ο Μέγας Ταξιάρχης στο Κάστρο Χώρας Άνδρου», «Ο Άγιος Αθανάσιος Κιούρκων» και πολλά άλλα. Δεν είναι τυχαίο ότι ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της εποχής εμφανίζεται η διαμόρφωση γύρω από την Ακρόπολη και τον ναό του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη του Πικιώνη από τον Δ. Βασιλειάδη.[22]


Όπως φαίνεται υπάρχει μια συνειδητή τάση να προβληθεί η αρχιτεκτονική σε άμεση σχέση με την παράδοση και τον τόπο και όχι ως μία διεθνής γλώσσα και επιστημονική πρακτική. Όπως έγραφε σε άρθρο του ο Χρ. Βλιάμος με τίτλο «Η σημερινή αρχιτεκτονική»:


Όσοι όμως παραδεχόμεθα, ότι η Αρχιτεκτονική παραμένει κατά βασικόν ορισμόν μία […] τότε θα δεχθώμεν κατά βάσιν, ότι η ενιαία Διεθνής Αρχιτεκτονική είναι ουτοπία, διότι αι συνθήκαι στα διάφορα γεωμετρικά πλάτη είναι διαφορετικαί. [23]


Και παρακάτω:


Ανεξαρτησία και πλήρης διαφοροποίησις και από την εξέλιξιν των εγχωρίων τάσεων θα προκύψη όταν αλλάξουν οι κλιματολογικοί παράγοντες του τόπου, μεταβληθή η φυλή του τόπου, και αι συνήθειαι, που αποτελούν διπλήν φύσιν, άρδην μετατραπούν. Όταν η φύσις, ο Θεός, εξασφαλίση από του σήμερον λεγομένου βορείου πόλου μέχρι του νοτίου ομοιομόρφους «εξωτερικούς άγοντας» και ίδιους ανθρώπους και ζωήν, τότε και η Διεθνής Αρχιτεκτονική δεν θα είναι ιδέα μόνον αλλά αυτομάτως θα γίνει πράξις.[24]


Η διεθνής αρχιτεκτονική παραμένει για τον Βλιάμο μία ουτοπία η οποία για να πραγματοποιηθεί θα πρέπει να επέλθει μία, μάλλον απίθανη, ριζική μεταβολή στις συνθήκες, τις συνήθειες, το κλίμα και τη φύση της Ελλάδας. Η αρχιτεκτονική εμφανίζεται επομένως άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τόπο και τους ανθρώπους που ανήκουν σε αυτόν και δεν μπορεί ή μάλλον δεν πρέπει να λειτουργεί ανεξάρτητα από αυτόν.


Σε αντίθετο κλίμα θα κινηθεί ο Κ. Δοξιάδης στο άρθρο του με τίτλο «Η επιστήμη της Οικιστικής» όπου θα επαναφέρει την πολεοδομία ως μία επιστήμη η οποία ως σκοπό της έχει να επισημαίνει και να λύνει κοινά προβλήματα, ανεξαρτήτως τόπου:[25]


Μπαίνοντας στις πόλεις της Ευρώπης, περπατώντας στα χωριά της Ασίας, ανεβαίνοντας στα ορεινά της Αφρικής ή βλέποντας τα νησιά του Ειρηνικού και τα βιομηχανικά κέντρα της Αμερικής, νομίζομε ότι βλέπομε προβλήματα διαφορετικά από τόπο σε τόπο κι από λαό σε λαό. Κι όμως κάνομε λάθος, γιατί τα προβλήματα είναι διαφορετικά μόνον σε εκδήλωση, ενώ βαθύτερα είναι όλα όμοια κι ανάγονται σε ένα μεγάλο ανθρώπινο πρόβλημα: στην ανάγκη να οργανώσωμε καλλίτερα την ζωήν μας στις πόλεις και στα χωριά μας και να χτίσωμε πολιτείες και να ζήσωμε με έναν τρόπο που θα μας κάνη ευτυχισμένους σαν ανθρώπους.[26]


Αντίστοιχες απόψεις υιοθετεί και το άρθρο του Αθ. Αραβαντινού με τίτλο «Κατοικία και πολιτισμός, σκέψεις επάνω στο 26ον παγκόσμιον συνέδριον οικιστικής πολεοδομίας και χωροταξίας (Παρίσι, 1962)» όπου με τη σειρά του βλέπει την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία ως μία ανάμεσα στις ανθρωπιστικές επιστήμες: [27]


Όταν δημιουργούμε κάτι – είτε σχεδιάζοντας μία κάτοψι πολυκατοικίας για την οικονομική εκμετάλλευσι ενός επιχειρηματίου, ή ασχολούμενοι με το σχέδιο περιφερειακής αναπτύξεως ενός μακροχρόνιου προγραμματισμού – δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι η δουλειά μας είναι πρώτα από όλα μια επιστήμη του Ανθρώπου. Είναι εξ ίσου «ανθρώπινη» με την Ιατρική, την Ψυχολογία, την Κοινωνιολογία.[28]


Εκείνη την εποχή, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, είναι που αρχίζουν να εμφανίζονται ξανά στα Τεχνικά Χρονικά άρθρα όπως τα παραπάνω, άρθρα τα οποία παρουσιάζουν την αρχιτεκτονική ως μία σύγχρονη επιστήμη η οποία έχει τη δική της μέθοδο και τεχνογνωσία. Δεν είναι τυχαίο ότι το 1961 και το 1962 γίνονται και τα δύο πρώτα πανελλήνια αρχιτεκτονικά συνέδρια τα οποία ανάμεσα σε άλλα προσπαθούν να θέσουν το περιεχόμενο και το πλαίσιο της αρχιτεκτονικής με όσο γίνεται αντικειμενικούς όρους. Έτσι, την δεκαετία εκείνη, στην «επιστημονική έκδοση» των Τεχνικών Χρονικών παρουσιάζονται άρθρα τα οποία αναφέρονται σε ειδικά κτήρια όπως το άρθρο του Ν. Καλογερά με τίτλο «Αρχιτεκτονική κτηρίων εργαστηριακής ερεύνης»[29] ή άρθρα τα οποία μιλάνε για θέματα της εποχής όπως το άρθρο του Α. Τζώνη με τίτλο «Το δωμάτιο και ο διάδρομος»[30] όπου γίνεται λόγος για το αυτοκίνητο και την ελληνική πόλη δημοσιεύονται όλο και πιο συχνά. Αντίστοιχα τέτοια «τεχνικά» άρθρα είναι το «Το πρόβλημα του Λεκανοπεδίου Αθηνών» του Π. Σπηλιωτάκου,[31] το «Κατανομή ενδοαστικών μετακινήσεων με το υπόδειγμα βαρύτητος» του Ι. Μ. Φραντζεσκάκη,[32] το «Πολεοδομικά συμπεράσματα από τη μελέτη του κοινωνικού περιεχομένου μιας πόλεως 35000 κατοίκων» του Γρ. Διαμαντόπουλου[33] ή το «Η εφαρμογή μαθηματικών μεθόδων στη μελέτη πολεοδομικών προβλημάτων» (αναδημοσίευση από το σοβιετικό περιοδικό Αρχιτεκτονική Ε.Σ.Σ.Δ.).[34]


Η αρχιτεκτονική από την δεκαετία του ’60 και μετά αρχίζει να χρησιμοποιεί όλο και περισσότερα από τα εργαλεία της στατιστικής, της ανθρωπολογίας, των κοινωνικών επιστημών. Οποιοδήποτε θέμα απασχολεί έναν αρχιτέκτονα μπορεί – και πρέπει – να αντιμετωπίζεται με έναν σοβαρό, επιστημονικό τρόπο. Έτσι άρθρα όπως το «Η θέσις των Κοινωνικών και Πνευματικών Κέντρων εις τον Πολεοδομικόν Χώρον» του Ιωσήφ και της Ιουλίας Στεφάνου,[35] το «Το Ειδικόν Σχέδιον Σχολικής Αναπτύξεως εις τον Περιφερειακόν Προγραμματισμόν»[36] του Γ. Κύρου ή το «Μέθοδος σχεδιασμού σύγχρονου τεχνολογικού περιβάλλοντος» του Κ. Μάρθα[37] συνοδεύονται από διαγράμματα στα οποία ο χώρος, ο χρόνος, η δομή, η λειτουργία γίνονται μεγέθη μετρήσιμα και γι αυτό άμεσα αξιοποιήσιμα. Εκφράσεις όπως λειτουργικό διάγραμμα, μητρώο δομής, σύστημα μετασχηματισμού, στοιχεία και συνδέσεις, γενικός χωροταξικός ιστός κ.α. αποτελούν πλέον μέρος ενός διευρυμένου αρχιτεκτονικού λεξιλογίου. Σε αυτό το πλαίσιο άρθρα όπως το «Στοιχειώδης εισαγωγή εις την Κυβερνητική και Χωροταξία» του Γ. Σαρηγιάννη,[38] όπου ένας πολεοδόμος παρουσιάζει την επιστήμη της κυβερνητικής ως μία γενική μέθοδο έρευνας και σχεδιασμού και μιλάει για τον χώρο με όρους θερμοδυναμικής όπως πληροφορία, δράση, εντροπία, τάξη, υπερβάτης, θερμική ισορροπία, σύστημα και υποσύστημα, ανάστροφη σύνδεση κλπ. μοιάζουν απόλυτα συνεπή με το γενικό επιστημονικό κλίμα το οποίο έχει αγγίξει και τους Έλληνες μηχανικούς.


Ούτως, εις μιαν ορθήν χωροταξίαν, εις ην θα ληφθή υπ’ όψιν η αρχική εντροπία του συστήματος (=ποίοι οι υφιστάμενοι πόροι) και η μεταβολή τάυτης (=ποία η έξωθεν προσφορά ενεργείας και ποία η δυνατότης επαναχρησιμοποιήσεως αυτής) θα ήτο δυνατόν να μειωθή εις το ελάχιστον η αύξησις της εντροπίας του συστήματος.[39]


Αυτή η διάθεση της εποχής να προβληθεί η «επιστημονική» διάσταση της αρχιτεκτονικής δεν αποτελούσε όπως φαίνεται μία ιδιαιτερότητα ορισμένων αλλά ήταν μία συνειδητή επιλογή για τους περισσότερους. Μία επιλογή η οποία χαρακτήρισε, θα λέγαμε, τη δεκαετία του 1960. O Πάνος Τζώνος στο άρθρο του «Η Εξέλιξη της Θεωρίας της σύγχρονης Αρχιτεκτονικής και Αρχιτεκτονική εκπαίδευση»[40] ορίζει τέσσερα διαδοχικά στάδια εξέλιξης του περιεχομένου της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης ή αλλιώς της θεωρίας της αρχιτεκτονικής. Την «αισθητική» περίοδο (1875-1920), την «τεχνολογική» περίοδο (1920-1955), την «επιστημονική» περίοδο (1955-1972), την «κοινωνική» περίοδο (1972-). Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, τις περιόδους αυτές τις χαρακτηρίζουν α) ένα σύνολο από τεχνικές για μετάδοση γνώσεων και δεξιοτήτων, β) ένα σύνολο από θεωρίες που εξηγούν ή δικαιολογούν τη χρήση των παραπάνω τεχνικών και γ) ένα σύνολο αξιών ή ιδανικών που καθορίζουν το ποσό και το είδος της παρεχόμενης εκπαίδευσης.


Το ενδιαφέρον της Αρχιτεκτονικής για την «επιστήμη» άρχισε να γίνεται έκδηλο μόλις άρχισαν να θεωρούντε ότι εκαλύφθησαν οι πιο επείγουσες ανάγκες μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Κατά το τέλος της δεκαετίας του ’50 η ανάγκη για «αύξηση της επαγγελματικής αποτελεσματικότητας του αρχιτέκτονα» είχε γίνει κοινή συνείδηση, με συνέπεια «μια στροφή προς την επιστήμη και την τεχνολογία με σκοπό τον μετασχηματισμό του σχεδιασμού περιβάλλοντος σε ένα πιο ακριβές εργαλείο» […] Τα πλεονεκτήματα που προσέφερε η Επιστήμη στην Αρχιτεκτονική, στην «επιστήμη» σχεδιασμού του περιβάλλοντος, ήταν πραγματικά δελεαστικά. Υποσχόταν να την βοηθήση στην οργάνωση της θεωρητικής της βάσεως, όχι επάνω σε μανιφέστα και εικασίες, όπως είχε γίνει κατά το μοντέρνο κίνημα, αλλά σε δεδομένα ελέγξιμα με την πειραματική μέθοδο και σε νόμους που θα επέτρεπαν την μετατροπή των ασαφών ποιοτικών μεγεθών σε μονάδες ποσοτικά μετρήσιμες. Οι ερωτήσεις μετατράπηκαν από ποιοτικές σε ποσοτικές: Ασφαλώς οι αναλογίες των πινάκων του Mondrian είναι αρμονικές αλλά γιατί; Συμφωνούμε ότι το άλφα περιβάλλον είναι πιο ευχάριστο από το βήτα αλλά πόσο; Διαισθανόμαστε ότι ένα γάμμα χρώμα μας επιτρέπει να είμαστε πιο παραγωγικοί από ένα δέλτα, αλλά σε ποια αναλογία; Ξέρουμε από την πείρα μας ότι ο χι οικισμός είναι «καλύτερος» από τον ψί. – Αλλά γιατί, πόσο και πώς θα διατυπώσουμε την κάθε μια ποιοτική διαφορά σε μια αντικειμενική έκφραση, τέτοια ώστε να μπορέσουμε να την μεταχειριστούμε σαν αναμφισβήτητο δεδομένο σε μια επόμενη μελέτη;[41]


Ο Τζώνος κάνει σαφές ότι τα χρόνια από το 1955 έως το 1972 αποτελούν την «επιστημονική» περίοδο της αρχιτεκτονικής. Την εποχή όπου η αρχιτεκτονική, αμέσως μετά τον πόλεμο, αναζητά τα εργαλεία εκείνα τα οποία μέσα από νέες μεθόδους και αυστηρούς νόμους, θα επέτρεπαν την ακριβή μέτρηση, την ποσοτικοποίηση των δεδομένων. Δεν είναι τυχαίο ότι για τον Τζώνο αυτή η περίοδος, ακολουθεί την λεγόμενη «τεχνολογική» περίοδο, την περίοδο του μοντερνισμού δηλαδή, και στις κατακτήσεις της πρώτης βασίζεται για να προχωρήσει με μεγαλύτερη αυστηρότητα και ακρίβεια στην αντιμετώπιση των προβλημάτων τα οποία συνδέθηκαν με τις πόλεις του 20ού αιώνα.


Έτσι, αν θέλαμε να ορίσουμε διαγραμματικά την πορεία της αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα μέσα σε αυτό το διάστημα θα λέγαμε ότι ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’30 οι Έλληνες αρχιτέκτονες εκφράζουν ρητά την πίστη τους σε μία νέα επιστήμη η οποία θα δώσει ρεαλιστικές λύσεις στα προβλήματα. Μετά τον πόλεμο αυτό που κυριαρχεί είναι μία εσωστρέφεια όπου η αρχιτεκτονική αναζητάει τις ρίζες της στον τόπο αδιαφορώντας για το διεθνές της πρόσωπο, ενώ μετά τη δεκαετία του ’60, τα νέα δεδομένα οδηγούν σε μία αναθεώρηση και στην πεποίθηση ότι η αρχιτεκτονική πρέπει να αντιμετωπιστεί ξανά με σοβαρότητα ως σύγχρονη επιστήμη αν θέλει να έχει λόγο στην διαμόρφωση των σύγχρονων πόλεων.
Συμπεράσματα


Ο Hannes Meyer, ο οποίος το 1928 έγινε ο δεύτερος διευθυντής του Bauhaus, υποστήριζε ότι ο αρχιτέκτονας έπρεπε να εγκαταλείψει το στούντιο του καλλιτέχνη και έπρεπε να το μετατρέψει σε επιστημονικό εργαστήριο αφού θεωρούσε πλέον περιττή την αρχιτεκτονική ως μια ατομική δημιουργία. Όπως έγραφε στο μανιφέστο του με τίτλο Bauhaus και κοινωνία:


To Bauhaus του Dessau είναι όχι καλλιτεχνικό αλλά γνήσια κοινωνικό φαινόμενο […] ως σχεδιαστές είμαστε οι υπηρέτες αυτής της κοινότητας: ό,τι κάνουμε υπηρετεί τον λαό […] δεν επιδιώκουμε το στυλ Bauhaus ούτε τη μόδα Bauhaus ούτε τον επίπεδο στολισμό του συρμού ούτε την οριζόντια-κατακόρυφη νέο-πλαστικότητα […] ο σχεδιασμός μας δεν υπαγορεύεται από τον ρυθμό ούτε από την ιεραρχία […] η τέχνη του Bauhaus θα περιφρονεί την ψεύτικη ευαισθησία που καλείται ταλέντο.[42]


Αντίστοιχα και οι Έλληνες μοντέρνοι αρχιτέκτονες έδειξαν το κοινωνικό τους πρόσωπο σχεδιάζοντας τα μοντέρνα σχολεία, τις προσφυγικές πολυκατοικίες, τα νοσοκομεία κλπ. του '30 και έθεσαν τις προτάσεις τους για μία νέα μοντέρνα ελληνική πόλη. Αρκετοί από αυτούς όμως σύντομα είδαν τον μοντερνισμό ως ένα στιλιστικό ιδίωμα το οποίο δε είχε απαραίτητα κοινωνική αποστολή και στόχο. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και όσοι αναζήτησαν στην μοντέρνα αρχιτεκτονική μια μεταφυσική σύνδεση με το παρελθόν, με την αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική ή την λαϊκή παράδοση. Παρ’ όλα αυτά η πεποίθηση ότι η υψηλή αρχιτεκτονική έπρεπε να στοχεύει στην δημιουργία ενός έργου Τέχνης δεν είχε εκλείψει. Η παρακάτω ιστορία το αποδεικνύει:


Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ο Δοξιάδης, με αφορμή τις πρόσφατες πολεοδομικές μελέτες του (Ισλαμαμπάντ), ζητάει από τον Πικιώνη να του πει τη γνώμη του για το έργο του, να του κάνει μια κριτική. Σε αυτό το γράμμα με τίτλο «Έκθεση προς τον Κ. Α. Δοξιάδη» ο Πικιώνης, αφού αρχικά έχει εκφράσει την ανεπιφύλακτη εκτίμηση για τη μεθοδικότητα και τη σοβαρότητα με την οποία ο Δοξιάδης αντιμετωπίζει τον πολεοδομικό σχεδιασμό, θα έρθει να εκφράσει κάποιες ενστάσεις:


H πρώτη νύξη που ήθελα ν’ αναπτύξω είναι τούτη: πώς αν, ωσάν απαύγασμα των επιλύσεων των θεμάτων –των γενικοτάτων όσο και των επί μέρους- σαν απαύγασμα και παραγωγή των λύσεων τούτων, υπερβατική διατύπωση μπορούσαν τα στελέχη των συνθετών σου, ωσάν σε μιαν έλλαμψη, να συλλάβουν, απαράλλαχτα όπως ο ζωγράφος, ύστερ’ από μια σειρά συνθετικών προσπαθειών, καταλήγει τέλος να συλλάβει το τελεσίδικο, το καινόν και ανυποψίαστο σχήμα που εκυοφορείτο άδηλα και πέρα από τις προβλέψεις του μεσ’ απ’ τις προσπάθειες του αυτές –αν, λέω, όμοια κι οι συνθέτες σου κατέληγαν τέλος να συλλάβουν μιαν ιδέα πολεοδομική που να υπερακόντιζε τις ως τα τώρα ευρέσεις των, τούτο, κατά τη γνώμη μου, θα συνιστούσε την ως απόρροια και συνθετική σύνοψη των προηγουμένων προσπαθειών πρόκυψη μιας καταπληκτικής κι αναπάντεχης μορφής, που θ’ ανύψωνε τη σημασία και την ποιότητα του Έργου και θα το σφράγιζε με τη σφραγίδα του εξαιρετικού.[43]


Βλέπουμε τον Πικιώνη να τονίζει τη σημασία που θα είχε το έργο του Δοξιάδη να μπορούσε να δημιουργήσει κάποιες πρωτότυπες μορφές. Ο Πικιώνης μεταφέρει τη συζήτηση από την επίλυση των αντικειμενικών προβλημάτων και αναγκών, πράγμα που γίνεται απόλυτα επιτυχημένα από τον Δοξιάδη, προς την αναζήτηση μιας υπερβατικής διατύπωσης, ενός ανυποψίαστου σχήματος, μιας καταπληκτικής και αναπάντεχης μορφής. Η επιτυχής έκβαση αυτής της αναζήτησης θ’ ανύψωνε τη σημασία και την ποιότητα του έργου και θα το καθιστούσε εξαιρετικό. Αυτή η πολεοδομική ιδέα την οποία περιγράφει ο Πικιώνης θα πρέπει να μεταφραστεί ως αρχιτεκτονική μορφή. Ως το συνθετικό σχήμα εκείνο το οποίο θα έδινε ταυτότητα, προσωπικότητα, εκφραστικότητα στο έργο. Το στοιχείο εκείνο το οποίο ως καταληκτικό αποτέλεσμα των πρακτικών επιλύσεων ως «έλλαμψη», θα έκανε το έργο όχι απλά καλό, αλλά εξαιρετικό.


Το παραπάνω γράμμα δείχνει το είδος και το μέτρο της διαφοράς. Διαφορά σκέψης, κατεύθυνσης, πορείας, διαφορά οπτικής. Ο Δοξιάδης ακολουθεί μια προσέγγιση σχεδιασμού η οποία ενδιαφέρεται για το γενικό, το τυπικό, το επαναλαμβανόμενο. Κάπου σε αυτήν την πορεία η μορφή, η εικόνα του αρχιτεκτονικού έργου αποκτά δευτερεύουσα σημασία. Αυτό είναι που δεν μπορεί να δεχτεί ο Πικιώνης. Γι’ αυτόν η τελική έκφραση του έργου, η εικόνα ως ιδέα (όπως ο ζωγράφος), ως κάτι ιδεατό ή ιδανικό είναι αυτό που κάνει ένα έργο πραγματικά σημαντικό. Οι μεγαλοφυείς ιδέες (ως μεγαλοφυείς μορφές πάλι) απουσιάζουν από το έργο του Δοξιάδη. Η απουσία της μορφής και της έμπνευσης για τη μορφή είναι η πρώτη παρατήρηση που κάνει ο Πικιώνης στο μαθητή του σχετικά με το έργο του. Η απουσία της μορφής καθιστά την ουσία της κριτικής, περιγράφει τη διαφορά ανάμεσα στους δύο αρχιτέκτονες, μια διαφορά προσανατολισμού, ιδεολογίας. Η μορφή η οποία δεν υπάρχει στο έργο του Δοξιάδη δημιουργεί αυτό το κενό, αυτήν την διαφορετική οπτική απέναντι στον σχεδιασμό.


Η μοντέρνα αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα ταλαντεύτηκε ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και την τέχνη. Η μετάβαση από τον κλασικισμό στον μοντερνισμό άφησε τα σημάδια της και χαρακτήρισε τον αρχιτέκτονα του 20ού αιώνα ο οποίος ήταν δύσκολο να απεκδυθεί τον ρόλο του καλλιτέχνη και να ενστερνιστεί τον ρόλο του επιστήμονα. Η αλλαγή αυτή έμοιαζε να οδηγεί σε μία απώλεια ταυτότητας. Τι είναι αυτό που χάνει κανείς και τί είναι αυτό που κερδίζει; Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό.


[1] Τεχνικά Χρονικά, Έτος Β’/ΙΙΙ, 1/2/1933, αριθ. 27, σ.133-136.
[2] Όπ.π., σ.133.
[3] Όπ.π..
[4] Όπ.π., σ.135-136.
[5] Παπαδάκης, Σ., «Τα διεθνή αρχιτεκτονικά συνέδρια», Τεχνικά Χρονικά, Έτος Β’/ΙΙΙ, 1/2/1933, αριθ. 27, σ.136-137.
[6] Παπαδάκης, Σ., «Ο συνοικισμός «Νέας Αλεξάνδρειας» και η εδαφική οικονομία των Αθηνών», Τεχνικά Χρονικά, έτος Β’/IΙΙ, Αριθ. 31, 1/4/1933, σ. 361-364.
[7] Δεσποτόπουλος, Ι. Γ., «Πολεοδομική», Τεχνικά Χρονικά, Έτος Β’/ΙV, 1/8/1933, αριθ. 39, σ. 760.
[8] Όπ.π., σ. 762.
[9] Όπ.π..
[10] Όπ.π., σ. 763.
[11] Κασσάνδρας, Β., «Η επίσκεψις των Ρώσσων αρχιτεκτόνων», Τεχνικά Χρονικά, Έτος Ε’/ΙΧ, 1/2/1936, αριθ. 99, σ.147-148.
[12] Όπ.π., σ.147.
[13] Όπ.π..
[14] Όπ.π., σ.148.
[15] Σημαιοφορίδης Γ., «Το παράδοξο εκκρεμές» στο Le Corbusier, Η χάρτα των Αθηνών, Αθήνα: Yψιλον, 1987, σελ. 11.
[16] Χατήρας, Σ., «Οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί εις την Σουηδίαν και η συμβολή των εις την αντιμετώπισιν των προβλημάτων της κατοικίας» , Τεχνικά Χρονικά, τ.311, Μάιος 1950, σ.276-279.
[17] Καραβασίλης, Α., «Η Οικιστική πολιτική της Σουηδίας και η εφαρμογή της εις τον σκελετό των κτηρίων».Τεχνικά Χρονικά, 1/6/1953, γεν. εκδ. τ. 35, σ. 12-18 και 22-26.
[18] Τεχνικά Χρονικά, τ.343-344, Ιάν.-Φεβρ. 1953.
[19] Κασσάνδρας, Β., «Μύησις στην Αρχιτεκτονική», Τεχνικά Χρονικά, τ.371-372, Μάιος-Ιούνιος 1955, σ. 167.
[20] Όπ.π., σ. 163-168.
[21] Όπ.π., σ. 168.
[22] Βλ. Δ. Βασιλειάδη «Μια δημιουργία υψηλού αισθητικού ήθους: η διαμόρφωση των λόφων γύρω από την Ακρόπολη», Τεχνικά Χρονικά, γεν. εκδ., Ιούλιος 1962, σ. 31-46).
[23] Τεχνικά Χρονικά, Γεν. Εκδ., τ.125-126, 1-15 Μαρτίου 1956, σ.17.
[24] Όπ.π..
[25] Τεχνικά Χρονικά, τ. 421-422, Ιούλιος-Αύγουστος 1959
[26] Δοξιάδης, Κ., «Η επιστήμη της Οικιστικής», τ. 421-422, Ιούλιος-Αύγουστος 1959.
[27] Τεχνικά Χρονικά, Γεν. Εκδ., τ.222, Ιανουάριος 1963, σ.1-11.
[28] Αραβαντινός, Αθ., «Κατοικία και πολιτισμός, σκέψεις επάνω στο 26ον παγκόσμιον συνέδριον οικιστικής πολεοδομίας και χωροταξίας (Παρίσι, 1962), Τεχνικά Χρονικά, Γεν. Εκδ., τ.222, Ιανουάριος 1963, σ.11.
[29] Τεχνικά Χρονικά, τ. 1, Ιανουάριος 1964.
[30] Τεχνικά Χρονικά, Επ. εκδ., τ.3-4, Ιούλιος-Δεκέμβριος 1965, σ.380-387.
[31] Τεχνικά Χρονικά, Επ. Εκδ., τ.1-2, Ιανουάριος-Ιούνιος 1965, σ.50-60.
[32] Όπ.π., σ. 60-66.
[33] Τεχνικά Χρονικά, τ.10, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1965, σ.81-88. Ο Γ. Διαμαντόπουλος, από το 1957 έως το 1964 έζησε στην Ανατολική Γερμανία όπου σπούδασε στο Πολυτεχνείο της Βαιμάρης και το 1964 και στη συνέχεια διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης στη Deutsche Bauakademie του Βερολίνου. Το 1964 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου ίδρυσε την Εταιρεία Μελετών Οικονομικής και Κοινωνικής Αναπτύξεως (ΕΜΟΚΑ).
[34] Τεχνικά Χρονικά, Επ. Εκδ., Ιανουάριος-Μάρτιος 1966, σ. 132.
[35] Τεχνικά Χρονικά, 6/540, Ιούνιος 1971, σ. 447-457.
[36] Τεχνικά Χρονικά, 2/548, Φεβρ. 1972, σ.121-131.
[37] Τεχνικά Χρονικά, τ. 9/555, Σεπ. 1972, σ.831-844.
[38] Τεχνικά Χρονικά, 10/556, Οκτ. 972, σ. 943-951.
[39] Όπ.π., σ. 949.
[40] Τεχνικά Χρονικά, 12/558, Απρ. 1973, σ.363-381.
[41] Τζώνος, Π. «Η Εξέλιξη της Θεωρίας της σύγχρονης Αρχιτεκτονικής και Αρχιτεκτονική εκπαίδευση», Τεχνικά Χρονικά, 12/558, Απρ. 1973, σ.366.
[42] Παρατίθεται στο Φόργκας. Εύα, Bauhaus, ιδέες και πραγματικότητα, Αθήνα: Νησίδες, 1999, σ. 179-180.
[43] Πικιώνη, Δημήτρη «Έκθεση προς τον Κ. Α. Δοξιάδη». Αναδημοσιευμένο στο Δημήτρης Πικιώνης, Κείμενα, Αθήνα: ΜΙΕΤ, 1999, σ. 201. Στα Κείμενα αναφέρεται ως ημερομηνία το 1961. Το πιθανότερο είναι όμως το γράμμα να γράφτηκε νωρίτερα αφού στο Αρχείο Δοξιάδη υπάρχει ένα δακτυλογραφημένο αντίτυπο με χρονολογία το 1957.