15 Μαΐου 2011

ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΣΠΙΤΙ

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΙΑΛΕΞΗ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ "ΤΟ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ"

To 4o CIAM, 4o συνέδριο νέας αρχιτεκτονικής όπως ονομάστηκε εκείνη την εποχή, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το 1933 φέρνοντας μαζί του μία υπόσχεση και ένα όραμα. Την υπόσχεση να μπει η Αθήνα στη συζήτηση για τη μοντέρνα πόλη και το όραμα να γίνει η Αθήνα μία πραγματικά μοντέρνα πόλη, να «υπογράψει μία συνθήκη με το αύριο» όπως θα έλεγε ένας γνωστός σύνεδρος. Και η αλήθεια είναι ότι το 1933 η Αθήνα δεν «μοιάζει» με μοντέρνα πόλη αλλά με μία επαρχιακή, νεοκλασική πόλη. Χαμηλά μονώροφα και διώροφα σπίτια, πέτρινες μάντρες και πλίνθινες στέγες, χωματόδρομοι, κακές συνθήκες υγιεινής, σε μία χρονιά που 7000 Έλληνες πεθαίνουν από ελονοσία ενώ στην πρωτεύουσα παρουσιάζονται μαζικά κρούσματα λύσσας.

Οι καταξιωμένοι ευρωπαίοι αρχιτέκτονες της εποχής έρχονται λοιπόν για να παρουσιάσουν με ποιόν τρόπο η Αθήνα θα γίνονταν μία μοντέρνα πόλη και τα κτήρια, τα σπίτια της, θα γίνονταν μοντέρνα σπίτια. Ο κοσμήτορας της Σχολής Αρχιτεκτόνων, Ορλάνδος, πρώτος θα προσπαθήσει να πείσει τους συνέδρους ότι η εικόνα που βλέπουν γύρω τους, το νεοκλασικό περιβάλλον του Πολυτεχνείου μέσα στο οποίο βρίσκονται, δεν πρέπει να τους παραπλανά μιας και η αρχιτεκτονική σχολή αλλά και οι έλληνες αρχιτέκτονες γενικότερα είναι αφοσιωμένοι στις αρχές τις σύγχρονης (δηλαδή της νέας, της μοντέρνας) αρχιτεκτονικής.

Ποιές είναι τότε αυτές οι αρχές; Είναι θα λέγαμε οι αρχές οι οποίες εκφράζονται από κτήρια όπως του Le Corbusier ή του Adolf Loos, από παραδείγματα κατασκευασμένα στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Αυστρία. Και η αλήθεια είναι ότι ήδη εκείνη την εποχή, το 1933, κάποιοι – λίγοι – έλληνες αρχιτέκτονες έχουν σχεδιάσει και κατασκευάσει μοντέρνα κτήρια, εκεί δίπλα μάλιστα στο Πολυτεχνείο που φιλοξενεί το συνέδριο. Κτήρια όπως η πολυκατοικία στη Στουρνάρη των Βαλεντή-Μιχαηλίδη ή η «μπλε» πολυκατοικία του Παναγιωτάκου. Κτήρια σαν αυτά έκαναν θα λέγαμε την αρχή γιατί από εκεί και πέρα όλο και περισσότερα μοντέρνα κτήρια αρχίζουν να ανεγείρονται σε κενά οικόπεδα ή να αντικαθιστούν τα νεοκλασικά και να παίρνουν τη θέση τους. Έτσι, σταδιακά, άλλοτε με εντονότερους και άλλοτε με ηπιότερους ρυθμούς, η Αθήνα αρχίζει να γίνεται μία πόλη η οποία αποτελείται στο μέγιστο ποσοστό της από μοντέρνα κτήρια (κατά κανόνα μοντέρνες πολυκατοικίες και σπίτια). Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται κυρίως μετά τον Πόλεμο, τη δεκαετία του ’50, του ’60, του ’70 κοκ, ώστε να φτάσει η Αθήνα να είναι μία μοντέρνα, όπως θα λέγαμε πόλη, γεγονός που θα έκανε τον άγγλο κριτικό της αρχιτεκτονικής Kenneth Frampton να δηλώσει ότι:

«Δεν υπάρχει ίσως άλλη πρωτεύουσα στον κόσμο, όπου να μπορεί κανείς να βρει μια τόσο πλατιά αποδοχή της μοντέρνας αρχιτεκτονικής, τόσο ως λειτουργικό πρόγραμμα όσο και ως μορφολογική γλώσσα. Η Αθήνα είναι σίγουρα η κατ’ εξοχήν μοντέρνα πόλη, με την έννοια ότι η πρότυπη νεοκλασική πόλη του 19ου αιώνα σταδιακά αντικαταστάθηκε και επεκτάθηκε, μετά τις αρχές της δεκαετίας του 1950, από μία εξίσου καθορισμένη μοντέρνα τυπολογία· μία τυπολογία, που εξακολουθεί να παράγεται σήμερα με τα ίδια σχήματα όπως και στη δεκαετία του 1930.»

Ας γυρίσουμε όμως σε εκείνες τις μέρες του 1933 για να δούμε για τί ακριβώς μιλούν οι πρωταγωνιστές του συνεδρίου. Ποιό ήταν αυτό το μοντέρνο σπίτι στο οποίο αναφέρονται. Αν δούμε την ομιλία του Ισαάκ Σαπόρτα, θα δούμε να υποστηρίζει ότι σημασία δεν έχει η μορφή, το πώς είναι σχεδιασμένα τα ανοίγματα ή η στέγη ενός σπιτιού. Το να δίνουμε σημασία σε αυτά, έλεγε, σημαίνει ότι αντιγράφουμε μια εικόνα χωρίς περιεχόμενο, αναπαράγουμε ένα κενό στυλ. Σημασία για τον Σαπόρτα έχει η νέα αρχιτεκτονική να ακολουθήσει τους νέους όρους ζωής του σύγχρονου ανθρώπου, να ικανοποιήσει τις ανάγκες του.

Το ποιές είναι οι ανάγκες του θα μας το πει ένας άλλος σύνεδρος, ο Le Corbusier. Στην ομιλία του με τίτλο «Αέρας, ήχος, φως» ο γνωστός αρχιτέκτονας μιλάει για το πώς τα νέα σπίτια ακολουθούν και μία νέα κατασκευαστική λογική. Οι παλιοί πέτρινοι τοίχοι οι οποίοι στήριζαν τα ξύλινα δάπεδα και τις στέγες τώρα δίνουν τη θέση τους στον σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα. Το μοντέρνο σπίτι επομένως σημαίνει, καταρχάς, μία νέα κατασκευή. Από την άλλη μοντέρνο σπίτι σημαίνει νέες συνθήκες διαβίωσης. Πράγματι, όπως έλεγε ο Le Corbusier, η ζωή στα παλιά σπίτια των πόλεων είναι αφόρητη. Υγρασία και βρώμικος αέρας, ο ήλιος σπάνιος και λιγοστός, η θερμοκρασία άλλοτε πολύ χαμηλή και άλλοτε πολύ υψηλή, ο θόρυβος της πόλης συνεχής και κουραστικός. Τα παλιά σπίτια για τον Le Corbusier είναι πλέον αβίωτα. Η λύση είναι να διαμορφώσουμε ένα νέο περιβάλλον. Πρέπει να φιλτράρουμε και να καθαρίσουμε τον αέρα αλλά και να τον ζεστάνουμε ή να τον κρυώσουμε όταν χρειάζεται. Αυτό μπορεί να γίνει με τα νέα μηχανήματα. Από την άλλη ο ήλιος πρέπει να μπει στο σπίτι αλλά και τα ανοίγματα να μπορούν να απομονώσουν τους εξωτερικούς θορύβους. Τα νέα γυάλινα ανοίγματα θα δώσουν αυτή τη λύση. Ήλιος, φως, αλλά και ησυχία, φρέσκος και καθαρός αέρας, ζεστός ή ψυχρός ανάλογα με τις ανάγκες. Αυτά πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά ενός μοντέρνου σπιτιού.

Αν θεωρήσουμε ότι αυτά τα λόγια, οι σκέψεις, οι προβληματισμοί και οι παραινέσεις, είχαν σκοπό να διαμορφώσουν μία νέα συνθήκη για ένα μοντέρνο σπίτι στην Ελλάδα θα μπορούσαμε να πούμε ότι όντως το πέτυχαν. Αυτό τουλάχιστον βλέπουμε σήμερα, 70-80 χρόνια μετά. Πράγματι τα σπίτια στην Ελλάδα είναι κατασκευασμένα με τον μοντέρνο τρόπο, πάνω σε έναν σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα και δεν είναι πια πέτρινα. Όλα τα σπίτια επίσης έχουν εσωτερική κουζίνα, μπάνιο, τουαλέτα και λουτρό, ζεστό και κρύο νερό, στοιχεία ενός μοντέρνου τρόπου ζωής. Και όλα τα σπίτια έχουν κλιματισμό, ζεστό και κρύο αέρα, από αυτόνομα κλιματιστικά σώματα. Αέρα καθαρό και φιλτραρισμένο μέσα από «απλά τεχνικά μέσα» όπως θα ήθελε ο Le Corbusier. Τέλος σε όλα τα σπίτια θα συναντήσουμε πλέον υαλοστάσια που φέρνουν φως και ήλιο μέσα στο σπίτι ενώ την ίδια στιγμή απομονώνουν τον εσωτερικό χώρο από τον θόρυβο της πόλης.

Στις μέρες μας λοιπόν, 80 χρόνια μετά το συνέδριο του 1933, μπορούμε να πούμε ότι το αίτημα για ένα μοντέρνο σπίτι έχει πραγματοποιηθεί στην Αθήνα. Οι συνθήκες υγιεινής και διαβίωσης μέσα σε αυτό, είναι ακριβώς αυτές που θα θέλανε οι μοντέρνοι αρχιτέκτονες του τότε. Μπορούμε να ζούμε άνετα, με τον ήλιο και το φως να μπαίνει καθημερινά, με τη θερμοκρασία του αέρα να ρυθμίζεται εκεί ακριβώς που θέλουμε. Η λεγόμενη πρωτοπορία του μοντερνισμού στην αρχιτεκτονική του σπιτιού είναι πλέον πραγματικότητα για το σύνολο σχεδόν των σπιτιών της ελληνικής κοινωνίας. Το σπίτι μας πλέον είναι ένα μοντέρνο σπίτι και η ελληνική πόλη, όπως υποστηρίζει και ο Frampton, μία μοντέρνα πόλη.

Έτσι η ελληνική κοινωνία θα λέγαμε ότι ακολούθησε το όραμα του μοντέρνου σπιτιού ακόμα και αν το CIAM του ’33 δεν ήταν κάτι το οποίο απευθύνονταν ουσιαστικά σε αυτήν. Ή τουλάχιστον δεν είχε οργανωθεί με στόχο να απευθυνθεί στην ελληνική κοινωνία. Όπως είναι γνωστό ήταν ένα συνέδριο το οποίο είχε προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί στη Μόσχα. Για το συνέδριο της Μόσχας είχε γράψει ο Le Corbusier την ομιλία του έχοντας στο μυαλό του, όχι την Αθήνα, αλλά τα προβλήματα που είχαν οι τότε ανεπτυγμένες πόλεις όπως το Παρίσι, το Λονδίνο, η Νέα Υόρκη, το Βερολίνο. Το ίδιο ίσχυε και για τους υπόλοιπους συνέδρους. Όπως παραδέχονταν ο Gropius «Η Ελλάδα αποτελεί ακόμα για εμάς γη άγνωστη».

Σε αυτήν την άγνωστη γη έφτασαν αυτοί οι άγνωστοι επισκέπτες, οι σύνεδροι των CIAM, οι διάσημοι ξένοι όπως ο Λε Καρμπυριέ ή Λεκορμποζιέν - έτσι ανέφεραν τον Le Corbusier οι εφημερίδες της εποχής – για να μιλήσουν για τη μοντέρνα πόλη. Κι όμως, η παρουσία αυτών των άγνωστων προσώπων, σε μία άγνωστη χώρα περιγράφει εκ των υστέρων τη συλλογική επιθυμία της ελληνικής κοινωνίας να υιοθετήσει συνειδητά τις βασικές αρχές του μοντέρνου.

Σε αυτήν τη διαχρονική πορεία του εκμοντερνισμού της ελληνικής κατοικίας δεν θα αναγνωρίσει κανείς τα στοιχεία μιας οργανωμένης, σχεδιασμένης προσπάθειας, μιας κεντρικής πρωτοβουλίας κρατικής ή άλλης. Η παραγωγή του μοντέρνου σπιτιού στην Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ήταν μία συλλογική υπόθεση των μικροϊδιοκτητών και μικροεργολάβων. Αυτοί ήταν που συνειδητά προέβαλαν την ανάγκη τους και την επιθυμία τους για ένα μοντέρνο σπίτι, δηλαδή ένα σπίτι το οποίο θα τους εξασφάλιζε ένα καλύτερο περιβάλλον, μία καλύτερη καθημερινότητα, μία καλύτερη ζωή.

Στην γνωστή ταινία του Αλέκου Σακελλάριου με τίτλο «Θα σε κάνω βασίλισσα» ο Θανάσης Βέγγος (Αντώνης) προσπαθεί να καθυστερήσει τον «εκμοντερνισμό» του σπιτιού του. Παρά τα προβλήματα της καθημερινότητας σε ένα σπίτι που κυριολεκτικά καταρρέει και αγνοώντας τις προτροπές της συντρόφου του (Ελένης) για αλλαγή, αυτός επιμένει να ζούνε στο ίδιο περιβάλλον. Όταν όμως ο θείος της Ελένης φτάνει από την Αμερική μαζί με ένα φίλο και υποψήφιο μνηστήρα της Ελένης τότε ο Αντώνης διαισθανόμενος τον κίνδυνο να χάσει τη σύντροφό του αποφασίζει να αγοράσει το καινούργιο διαμέρισμα που θα αλλάξει τη ζωή του ζευγαριού. Και έτσι, στο τέλος της ταινίας, σε μία αντίστιξη με προηγούμενες σκηνές, ο Αντώνης κοιτάζει προς τα πάνω όχι πλέον για να δει από πού ξεκόλλησε ο σοβάς που του έπεσε στο κεφάλι αλλά για να δείξει το μοντέρνο ρετιρέ όπου βρίσκεται το νέο του σπίτι.

Η παραπάνω ιστορία μας μιλάει για μία δύσκολη μετάβαση προς ένα μοντέρνο σπίτι. Μία μετάβαση που πολλές φορές μοιάζει απότομη και αδικαιολόγητη, βιαστική και βίαιη. Αλλά και μία μετάβαση η οποία είναι αποτέλεσμα της αναγνώρισης νέων δεδομένων και συνθηκών, της συνειδητής διατύπωσης ενός συγκεκριμένου αιτήματος. Και αν αυτό το αίτημα για ένα μοντέρνο σπίτι τέθηκε μία πρώτη φορά από τους πρωτοπόρους αρχιτέκτονες του 1933 είναι σίγουρο ότι τέθηκε και μία δεύτερη, αυτή τη φορά συλλογικά από τους κατοίκους των ελληνικών πόλεων.

2 Μαΐου 2011

ΤΟ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ


Η γεωγραφία του μοντερνισμού του 20ού αιώνα περιλαμβάνει πόλεις όπως η Βιέννη, το Βερολίνο, το Παρίσι, η Πράγα, η Μόσχα, το Λονδίνο, η Νέα Υόρκη. Η Αθήνα, η οποία φιλοξένησε το 1933 το 4ο Διεθνές Συνέδριο Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής (IV CIAM) πώς τοποθετείται στον χάρτη αυτό; Ποιός ήταν ο δικός της μοντερνισμός;

Στο συνέδριο θα θέλαμε να ερευνήσουμε τις μορφές και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που πήρε ο μοντερνισμός, και ο ελληνικός μοντερνισμός ειδικότερα, στη σκέψη και τις τέχνες του 20ού αιώνα. Ανάμεσα στους στόχους του συνεδρίου είναι η αποσαφήνιση των όρων που περιγράφουν το μοντέρνο (νεωτερικότητα, νεώτερη εποχή) αλλά και όρων που συχνά σχετίζονται με τον μοντερνισμό (πρωτοπορία, μεταμοντέρνο, σύγχρονο). Μας ενδιαφέρει να αναπτυχθεί ένας διάλογος για τις μορφές που πήρε η εκδήλωση του μοντέρνου σε διάφορους χώρους. Από την Αρχιτεκτονική μέχρι τη Φιλοσοφία, από τη Μουσική μέχρι τις
Φυσικές Επιστήμες και τα Μαθηματικά, από το Θέατρο μέχρι τη Λογοτεχνία.

Παράλληλο στόχο θεωρούμε τη διερεύνηση και ανάλυση των χαρακτηριστικών του μοντέρνου όπως
η αυτο-αναφορικότητα, ο κατακερματισμός της συνέχειας, η αφαίρεση, ο φορμαλισμός, η λειτουργική καθαρότητα, η ορθολογικότητα και το παράλογο, η έμφαση στην πρόοδο, η αναφορά στη μηχανή και την τεχνολογία, η ρήξη με την παράδοση, ο ελιτισμός, ο κοσμοπολιτισμός, η ουτοπία.