28 Νοεμβρίου 2011

25 Νοεμβρίου 2011

Μετά τη συντριβή / Η διάλεξη

Η διάλεξή μου στην 17η Επιστημονική συνάντηση του Ιδρύματος Le Corbusier, από την ιστοσελίδα του ιδρύματος Μποδοσάκη (www.blod.gr) 








http://www.blod.gr/lectures/Pages/viewlecture.aspx?LectureID=204

24 Νοεμβρίου 2011

Κατοικία στον Άγιο Ιωάννη / v3 (τελική)
















Το υπάρχον κτήριο είναι ένα μικρό νεοκλασικό οίκημα των αρχών του 20ού αιώνα με απλή κατασκευή (συνδυασμός φέρουσας πέτρας και συμπαγών πλίνθων) αλλά επιμελημένα οικοδομικά και διακοσμητικά στοιχεία. Παρά το μικρό του μέγεθος, η απλότητα και η εκφραστική του καθαρότητα προβάλλουν έναν έντονο «χαρακτήρα». Η θέση του μέσα στο οικόπεδο, στην βορειοδυτική γωνία, δημιουργεί έναν διάλογο με την αυλή και τα δύο πηγάδια (χαρακτηριστικό στοιχείο των κατοικιών της περιοχής) αλλά και την ελιά και τον φοίνικα που υπήρχε. Το σύνολο ορίζει έναν ζωτικό χώρο όπου παρόλο που δεν έχουμε μία άμεση σχέση του εσωτερικού με τον εξωτερικό είναι προφανής η λειτουργική σημασία αυτής της σχέσης. Το υπόγειο επίσης της κατοικίας έχει αναβαθμισμένη ποιότητα μια και η πρόσβαση σε αυτό από την αυλή αλλά και από την κυρίως κατοικία είναι άνετη και άμεση.

Το νέο κτήριο έρχεται να αγκαλιάσει το υπάρχον αναπτυσσόμενο γύρω του με μια κίνηση από τον βορρά προς τη μεσημβρία. Το νέο παρακολουθεί το παλιό και το υποστηρίζει διατηρώντας όμως μία διακριτή σχέση. Έτσι το νέο δεν διαφοροποιείται έντονα ούτε έρχεται σε αντίστιξη με το παλιό αλλά στέκεται δίπλα του σε μία συνειδητή προσπάθεια να έρθει σε διάλογο με αυτό προσπαθώντας να το κατανοήσει. Εξωτερικά τα όρια χάνονται και αυτό που συνδέει το υπάρχον με το νέο είναι το υλικό και η γεωμετρία των ανοιγμάτων. Το παλίο και το νέο ενώνονται σε ένα ενιαίο σώμα.

«ώσμωση ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο»

Με μια αφαιρετική ματιά θα λέγαμε ότι η αρχιτεκτονική πρόταση μιλάει για έναν ενιαίο κενό χώρο ανοιχτού προγράμματος, έναν χώρο ο οποίος μπορεί να λάβει διαφορετικές χρήσεις ανάλογα με τις ανάγκες, ο οποίος συμπληρώνεται από ένα υπνοδωμάτιο, μία κουζίνα και ένα λουτρό. Το νέο κτήριο μαζί με το παλιό ορίζουν έναν χώρο ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί από διαφορετικούς κατοίκους και επισκέπτες, λιγότερους ή περισσότερους και με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με τις ανάγκες και τις συνθήκες. Με αυτόν τον τρόπο το κτήριο υποδέχεται τον κάτοικο και ο κάτοικος οικειοποιείται τον χώρο όπως το παλιό κτήριο υποδέχθηκε το νέο και το νέο οικειοποιήθηκε το παλιό σε μία συμβιωτική σχέση.

«το σπίτι και ο κάτοικος είναι δύο δυναμικές καταστάσεις»

Η νέα κατασκευή σε συνάφεια με την παλιά ορίζει έναν ενιαίο εσωτερικό χώρο ο οποίος οικειοποιείται μέρος του παλιού ενσωματώνοντάς εξωτερικούς τοίχους και ανοίγματα ως δικά του, εσωτερικά χωρικά στοιχεία. Η εξωτερική σκάλα του υπογείου, η κύρια είσοδος και η πόρτα του υπογείου, επανεμφανίζονται πλέον ως εσωτερικές δομικές προβολές στον νέο χώρο. Προβολές οι οποίες διατηρούν την αυτονομία τους και παράλληλα συνδέουν το παρελθόν με το παρόν.

Μπαίνοντας κανείς βρίσκεται σε έναν μεταβατικό χώρο όπου από τη μία πλευρά υπάρχει η κατάβαση προς το παλιό υπόγειο και από την άλλη η ανάβαση προς το ισόγειο του παλιού σπιτιού. Το εργαστήριο επικοινωνεί αφενός με το παλιό σπίτι μέσα από τα πρώην εξωτερικά ανοίγματα του παλιού σπιτιού ορίζοντας ένα συνεχές κίνησης ανάμεσα στους δύο χώρους. Το παλιό ισόγειο αφήνεται προς το παρόν γυμνό, άδειο από λειτουργίες και προγραμματικό περιεχόμενο διατηρώντας την προοπτική μελλοντικής παρέμβασης. Η πρόταση για έναν καθιστικό χώρο με στοιχεία τεχνολογίας (τηλεόραση, ηλεκτρονικός υπολογιστής κλπ) παραμένει ως πρόθεση.


Το εργαστήριο επικοινωνεί άμεσα με την πίσω αυλή μέσα από μία μεγάλη πόρτα. Έτσι μπορεί το μεγαλύτερο μέρος του έτους, μένοντας αυτή η πόρτα ανοιχτή, να επιτευχθεί η λειτουργική συνέχεια ανάμεσα στο μέσα και το έξω. Η κίνηση συνεχίζει μέσα από μια σκάλα που οδηγεί στο πατάρι περνώντας μέσα από το παλιό κέλυφος. Η σκάλα αποτελεί μία μετάβαση-γέφυρα η οποία αιωρείται ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο. Η κίνηση διαπερνά και ενοποιεί το υπάρχον και το νέο δίνοντας ζωή και στα δύο.

Την έντονη αναφορά στον εξωτερικό χώρο-αυλή-δώμα τονίζει η ημιυπαίθρια μετάβαση από το υπνοδωμάτιο προς το λουτρό στον όροφο. Αυτή η κίνηση αποτελεί μία κριτική σε ένα αστικό πρότυπο κατοικίας το οποίο υπερπροστατεύει τον κάτοικο και αλλοιώνει την σχέση του με το φυσικό περιβάλλον κάνοντάς τον δυσανεκτικό απέναντι σε αλλαγές και μεταβολές κατά τη διάρκεια του χρόνου.

10 Νοεμβρίου 2011

Για το σπίτι του Κ. Δοξιάδη στο 'Απολλώνιο' Πόρτο Ράφτη

Πηγή: Αρχείο Κωνσταντίνου Α. Δοξιάδη
© Ίδρυμα Κωνσταντίνου και Εμμάς Δοξιάδη

Λίγα λόγια για ένα από τα πιο ιδιαίτερα σπίτια της νεότερης ελληνικής αρχιτεκτονικής το οποίο δυστυχώς κατεδαφίστηκε πρόσφατα:

Στον οικισμό της Αιξωνής, όπως τον οραματίζεται ο Πικιώνης, οι κοινόχρηστοι χώροι αποκτούν ιδιαίτερη οντότητα. Αποτελούν την πνευματική Εστία όλου του οικισμού. Τα κοινόχρηστα κτίρια περιλαμβάνουν Κέντρο Πνευματικών Σπουδών, μουσεία και βιβλιοθήκες όπου το κοινό θα μορφώνεται ερχόμενο σε επαφή με την τέχνη του Λόγου, τη Μουσική, το Θέατρο, την Αρχιτεκτονική, τις Εικαστικές Τέχνες, τη Βιοτεχνία.[1] Είκοσι χρόνια αργότερα ο Δοξιάδης οραματίζεται και κατασκευάζει το δικό του πρότυπο οικισμό, μία "οργανωμένη γειτονιά"[2], ένα "κλαμπ πριβέ"[3], το Απολλώνιο στον Πόρτο Ράφτη.[4] Το Απολλώνιο στον Πόρτο Ράφτη, μέρος μιας ομάδας οικισμών με κοινό όνομα όπως το Απολλώνιο της Μυκόνου και το Απολλώνιο Πολεμάρχα, αποτελεί το πρότυπο οικισμού για τον Δοξιάδη στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Στον οικισμό αυτό, εκτός από τις κατοικίες και ένα σπίτι που ανήκει στον ίδιον του Δοξιάδη, υπάρχει ένα ανοιχτό θέατρο κλασικής μορφής, μία βυζαντινή εκκλησία, μία κεντρική πλατεία και το αντίστοιχο πνευματικό κέντρο: μία κλειστή αίθουσα συμποσίων η οποία στεγάζει το αθηναϊκό κέντρο αισθητικής, έναν χώρο όπου, σύμφωνα με τον αρχαίο ελληνικό βίο, μπορεί κανείς να παρακολουθεί μία διάλεξη και ταυτόχρονα να γευματίζει. Οι τέχνες έχουν τη θέση τους εξίσου στο Απολλώνιο αν κρίνουμε και από την έκθεση γλυπτικής που γίνεται το 1972 στην κεντρική πλατεία.[5] Το πρότυπο του «λαϊκού» οικισμού της Αιξωνής ακολουθεί το Απολλώνιο που περιέχει όλα τα στοιχεία του νησιώτικου χωριού, με τα στενά δρομάκια και τη χαρακτηριστική απλότητα.[6]

Ο Δοξιάδης προσπαθεί να συμβολίσει την αστάθμητη και άρρητη αρμονία που αναδίνεται από τις κατόψεις οικισμών όπως η Πριήνη, η Πέργαμος, η Δήλος[7] σε μία υπερχρονική σύνθεση που παρουσιάζει με μία σχεδόν κινηματογραφική αναπαράσταση τον ελληνικό πολιτισμό:

Παράλληλα στον ίδιο χώρο δημιουργήθηκε μία αίθουσα συμποσίων για τις ανάγκες του αθηναϊκού κέντρου αισθητικής [...] άμα σταθήτε στην αίθουσα μπορείτε να δείτε το συμβολισμό που μεταδίδει: το ξεκίνημα του ανθρώπου από τη θάλασσα, την ανάπτυξή του με κτηνοτροφία στην πλαγιά, με γεωργία στο ίσιωμα, την εγκατάστασή του στη σπηλιά, τον αρχαίο πολιτισμό μας στην αυλή και το βυζαντινό με το ερημοκκλήσι
.[8]

Το όνομά του οικισμού προέρχεται από τον θεό Απόλλωνα ο οποίος φέρνει την αρμονία ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση και ταυτόχρονα είναι θεός των χωριών.[9] Η αρμονία εξασφαλίζεται και από το διαχωρισμό ανθρώπου και μηχανής αφού ο χώρος στάθμευσης κρύβεται κάτω από μεγάλους προβόλους.[10] Αυτοκίνητα μέσα στα στενά δρομάκια δεν κυκλοφορούν εκτός από ένα βοηθητικό ηλεκτροκίνητο όχημα το οποίο «βοηθάει στη μετακόμιση των επίπλων ή στη συλλογή των απορριμμάτων».[11] Η άρση του διαχωρισμού δρόμου και ιδιοκτησίας μέσω της αισθητικής συνένωσης των δύο και η γραφικότητα των δρόμων που ζητάει ο Πικιώνης εκφράζεται με τον ευκρινέστερο τρόπο στην εικόνα του Απολλώνιου. Λιθόστρωτοι δρόμοι με μεταβλητό πλάτος και ποικιλία εναλλαγών και οπτικών εντυπώσεων, πλούσια και ζωντανή βλάστηση.[12]

Οι αντιστοιχίες δεν σταματάνε εδώ. Στην Αιξωνή τα οικόπεδα υπολογίζονται με αναλογίες πλευρών που «προέρχονται» από την αρχαιότητα 1:1, 1:√φ, 1: √2, 1:φ. (εικ. 123) Στο Απολλώνιο χρησιμοποιείται ο ελληνικός (ομηρικός κατά το Δοξιάδη) πους, το πόδι (pied-pouce) το οποίο ως μονάδα μέτρησης έχει άμεση σχέση με τις ανθρώπινες αναλογίες όπως γράφει και ο Le Corbusier το 1948 στο Modulor.[13] Αυτό που αναγνωρίζεται στον οικισμό του Δοξιάδη είναι μία συμπύκνωση ενός ελληνικού διαχρονικού τρόπου κατοίκησης. Κατά τον Jean Gottmann αυτό που πέτυχε ο Δοξιάδης είναι η ταυτόχρονη έκφραση του «πλατωνικού» και «αλεξανδρινού» οικιστικού μοντέλου:

Η πλατωνική παράδοση οδήγησε στην απομόνωση [...] η ιδανική πολιτεία ήταν αντι-επεκτατική και γι’ αυτό μπορούσε να ορίσει μια κοινωνία της μη ανάπτυξης […] πιστεύω ότι θα ακολουθήσω την παραδοσιακή μετάφραση πολλών κλασικιστών αν τονίσω την αντίθεση ανάμεσα στην πλατωνική αντίληψη για την πόλη και για την πολιτική οργάνωση του κόσμου, από τη μια πλευρά, και αυτού που καλώ Αλεξανδρινή αντίληψη από την άλλη. Ο Μέγας Αλέξανδρος πάντα αναγνωρίζονταν [...] ως μεγάλος στρατηγός, ως ένας πολεοδόμος, ειδικά για τις νέες πόλεις που δημιούργησε, και ως πολιτικός φιλόσοφος της ομόνοιας, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυτό που κάποιοι ιστορικοί έχουν περιγράψει σαν «οικουμενική συμμαχία» και κάποιοι άλλοι σαν «οικουμενικό βασίλειο» […] Από την εποχή του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Αλέξανδρου για περίπου δυόμισι χιλιετίες, η αντιπαράθεση ήταν έντονη για το τί ήταν καλύτερο για τον κόσμο: η μικρή, μάλλον απομονωμένη πόλη με μια αυτοαναφορική προσέγγιση ή η θορυβώδης εξωστρεφής πόλη η συνδεδεμένη με δίκτυα εμπορίου, και άλλες σχέσεις διαμέσου της θάλασσας και της στεριάς, με άλλους κόμβους παρόμοιας δομής. Η παραδοσιακή διαμάχη τόνιζε την αντίθεση ανάμεσα σε δύο απόψεις και την υποτιθέμενη αναγκαιότητα της επιλογής κάποιας ανάμεσά τους. Η συζήτηση έφτασε σε ένα σημείο όπου σήμερα κάποιες σχολές αρνούνται ακόμα και την ίδια την ύπαρξη της μεγάλης πόλης και την βλέπουν να χάνεται σταδιακά σε μία εξάπλωση η οποία θα απλωθεί παντού προς το γύρω περιβάλλον […] Τώρα, αυτό που θέλω να θέσω εδώ είναι ότι ένα μέρος σαν το Απολλώνιο, ένα όνειρο υλοποιημένο από πέτρα, τοπίο, δέντρα — ένας μάλλον απομονωμένος οικισμός, αλλά ακόμα κοντά στην Αθήνα ο οποίος κοιτάζει προς την ανοιχτή θάλασσα και προς αυτό το μικρό νησί όπου δεσπόζει ένα άγαλμα της Οικουμένης — ένα μέρος σαν αυτό οδηγεί σε ένα άλλο όνειρο, αυτό της εναρμόνισης της Πλατωνικής και της Αλεξανδρινής άποψης για το πώς πρέπει να είναι ο κόσμος, αφού, στην πραγματικότητα, τα δύο μοντέλα είναι συμπληρωματικά παρά αντικρουόμενα.[14]

Τελικά αυτό που θέλει ο Δοξιάδης είναι να δημιουργήσει μία αρχιτεκτονική, «αυθεντικά ελληνική, απλή που γεννιέται από το τοπίο και από τους ανθρώπους που ζουν εκεί εδώ και χιλιάδες χρόνια. Μια αρχιτεκτονική που να μην ανήκει σε συγκεκριμένη περίοδο ή στυλ. Μία αρχιτεκτονική που αναδύεται από το βράχο, τη γη και τα λιγοστά φυτά που μεγαλώνουν εκεί».[15] Τα παραπάνω, βέβαια, θα μπορούσαν να ήταν λόγια του Πικιώνη.

Τι συμβαίνει όμως με τη μέθοδο σύνθεσης που ακολουθείται σε κάθε περίπτωση. Όπως είδαμε, σχετικά με τον σχεδιασμό του οικισμού της Αιξωνής, αυτό που απασχόλησε καταρχήν τον Πικιώνη ήταν μία οπτική οργάνωση του χώρου μέσα από την αντίληψη του χώρου που έχει ο άνθρωπος που περπατάει και τις διαδοχικές οπτικές εντυπώσεις. Το αντίστοιχο ψάξιμο συναντάμε στην περίπτωση του Απολλώνιου σε μία σειρά σκίτσων που βρίσκουμε στο αρχείο Δοξιάδη. Τα σκίτσα αυτά, φτιαγμένα από τον ίδιο το Δοξιάδη και εν μέρει δημοσιευμένα στα διαφημιστικά βιβλία και φυλλάδια για το Απολλώνιο, δείχνουν μία διαδοχή εικόνων, μία promenade architecturale από την είσοδο στη βόρεια πλευρά του σπιτιού του (τη στιγμή που φτάνει το αυτοκίνητο) μέχρι την αίθουσα συμποσίων νοτιότερα. Ακολουθώντας την πορεία του παρατηρητή θα διαπιστώσουμε ότι αυτή ξεκινάει από το χώρο στάθμευσης, στη συνέχεια διασχίζει ένα μακρύ διάδρομο και καταλήγει στην αίθουσα συμποσίων.

Εδώ πρέπει να σταθούμε λίγο γιατί η αίθουσα αυτή έχει από μόνη της ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα. Η διαμπερότητά της, από την πίσω πλευρά βγαίνει σε ένα αίθριο και από την μπροστά οδηγεί μέσα από ένα μεγάλο άνοιγμα σε βεράντα, και η αμφιθεατρική τομή της δίνει την αίσθηση ενός κλειστού-ανοιχτού χώρου. Αξονικά της αίθουσας βρίσκεται μία κεντρική κλίμακα και εκατέρωθεν πλατώματα με χτιστά καθιστικά. Αν προσέξει κανείς καλύτερα συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται μέσα σε ένα «υπαίθριο» χώρο ο οποίος με τη σειρά του βρίσκεται μέσα σε ένα κέλυφος. Η σκάλα που συναντά διαδοχικά πλατώματα, τα ακανόνιστα σχήματα της κάτοψης, τα ψευδοανοίγματα στους πλαϊνούς τοίχους, οι επενδύσεις με εμφανή λιθοδομή, η πλακόστρωση με πέτρα στα δάπεδα, όλα αυτά τα στοιχεία δηλώνουν υπαίθριο χώρο. Αν φανταστούμε μάλιστα την αίθουσα τη νύχτα με τα δύο υαλοστάσια μπροστά και πίσω που ενώνουν το μέσα με το έξω και τα διεσπαρμένα στην οροφή φώτα που στο σκοτάδι εμφανίζονται σαν έναστρος ουρανός δεν μένει καμία αμφιβολία. Ο Δοξιάδης παίζει τόσο με την οργάνωση του χώρου όσο και με τα υλικά ώστε να δώσει μια καθαρή οπτική εντύπωση. Αυτή ενός αρχαϊκού-παραδοσιακού, ελληνικού, υπαίθριου χώρου. Ο επισκέπτης-παρατηρητής ακολουθεί το μονοπάτι που ελίσσεται. Νιώθει το πέτρινο πλακόστρωτο κάτω από τα πόδια του, κοντοστέκεται στα πλατώματα ή κάθεται για λίγο, ρίχνει το βλέμμα του στα διπλανά σπίτια με τα μικρά ανοίγματα που δημιουργούν μία γραφική ακανονιστία και συνεχίζει, ανεβαίνει για να φτάσει σε ένα μεγάλο κεντρικό χώρο: στην ανοιχτή αυλή, την καρδιά του οικισμού.

Νοητά έχουμε μεταφερθεί στο παρελθόν σε μία μικρογραφία ενός ελληνικού χωριού ή ακόμα μίας αρχαίας Ακρόπολης. Στην ίδια Ακρόπολη που φαντάζεται ο Πικιώνης όταν κάνει τα πρώτα σκίτσα του Δελφικού Κέντρου το 1934. Αν, όπως γράφει και ο Δημήτρης Φιλιππίδης, τα σκίτσα του Πικιώνη για το Δελφικό Κέντρο δείχνουν μία οργάνωση παρόμοια με αυτή μιας αρχαίας ακρόπολης[16] τότε η σύγκριση με την αίθουσα του Απολλώνιου είναι αναπόφευκτη. Βάζοντας τα σκίτσα δίπλα-δίπλα θα αναγνωρίσουμε τον ίδιο κεντρικό πέτρινο δρόμο με τους ακανόνιστους αναβαθμούς, τα διαδοχικά πλατώματα, τα ανοίγματα των κτιρίων δεξιά και αριστερά, τα λιγοστά διάσπαρτα φυτά και τη σαφώς ορισμένη είσοδο προς ένα μεγάλο πλάτωμα στο τέλος του δρόμου. Στους Δελφούς αυτοκίνητο δεν υπάρχει και στο Απολλώνιο είναι κρυμμένο κάτω από ένα στεγασμένο χώρο στάθμευσης. Ο επισκέπτης προχωράει σε ένα περιβάλλον που συγκροτείται μόνο από τη φύση και κάποιες γνώριμες ιστορικές μορφές. Περπατάει σε ένα εικονικό χώρο ο οποίος βιώνεται πρωταρχικά με το βλέμμα.

Οι Δελφοί μένουν ένα ανεκπλήρωτο όραμα στη φαντασία του Πικιώνη, αλλά και η υλοποιημένη αίθουσα του Απολλώνιου τι άλλο είναι από ένας χώρος-σκηνικό που κατασκευάζεται μεν αλλά με σκοπό για να υποδηλώσει κάτι άλλο από αυτό που είναι. Η πραγματικότητά του έργου ανήκει σε ένα χρόνο έξω από αυτό. Για αυτό η μόνη προσέγγιση ενός τέτοιου χώρου είναι μέσα από την κινηματογραφική-εικονική (virtual) περιήγηση ενός ουδέτερου παρατηρητή. Τα σκίτσα του Δοξιάδη μας δείχνουν ένα περίπατο σε ένα χώρο ο οποίος δεν εντάσσεται σε συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Όπως και στα σκίτσα του Πικιώνη για την Αιξωνή ο θεατής λαμβάνει εικόνες που ανήκουν τόσο στον 20ο αιώνα αλλά και στην ελληνική αρχαιότητα. Οι διάταξη των όγκων, το πάχος των τοίχων και οι αναλογίες και των ανοιγμάτων, η μορφή των υπαιθρίων χώρων, τα υλικά και τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος περιγράφουν θέματα που ανήκουν στο παρελθόν.

Άλλωστε και το σπίτι του ίδιου του Δοξιάδη στο Απολλώνιο μοιάζει να έχει σχεδιαστεί ως ένα θεματικό περιβάλλον του οποίου οι χώροι, αναλογίες, το μέγεθός του (1765τ.μ.) υπερβαίνουν χρηστικούς κανόνες με στόχο να εξυπηρετήσουν μια εικονο-ποιητική λειτουργία μέσα από ένα «υπερρεαλιστικό» κολλάζ». Δεν είναι τυχαίο ίσως ότι αργότερα, όταν αναζητούνται αγοραστές για το συγκεκριμένο σπίτι, ένας από τους υποψήφιους πελάτες είναι ο Salvador Dali.[17] Ο διάδρομος-στοά, τα εργαστήρια με την αιθριακή διάταξη, η δομική συμμετρία στα νότια δωμάτια, η ένταξη των όγκων στο φυσικό ανάγλυφο, είναι στοιχεία που προέρχονται από μία πιθανή οργάνωση ενός αρχαίου οικισμού. Η μακριά πορεία που ενώνει το χώρο στάθμευσης και τα εργαστήρια με την αίθουσα συμποσίων και τα υπνοδωμάτια δεν έχει άλλη χρήση παρά μόνο αυτή της κίνησης. Ο επισκέπτης χρειάζεται να προχωρήσει για κάποια ώρα. Οι αντανακλάσεις του φωτός στο νερό της πισίνας, τα μικρά ανοίγματα που του αποκαλύπτουν πότε-πότε την κεντρική αυλή και πιο πίσω το τοπίο τον προετοιμάζουν για το συμπόσιο. Ακολουθεί μία τελετουργία απαραίτητη ώστε να περάσει ομαλά σε μία άλλη κατάσταση. Ο κινούμενος παρατηρητής ακολουθεί μία πορεία όπου κάνει διαδοχικές στάσεις στα «άξια θέας» σημεία. Από τις βεράντες του σπιτιού φαίνεται μπροστά το «αρχαίο» θέατρο και πίσω η «βυζαντινή» εκκλησία. Η όραση επανέρχεται και πάλι, ως δια μαγείας, ενοποιεί το παρελθόν στο τώρα.

[1] Δημήτρη Πικιώνη «Αισθητικές αρχές της Αρχιτεκτονικής του Αιξωνικού Συνοικισμού», Αιξωνή, τόμος ‘Β, αρ. φύλλου 13-14, Αθήνα Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1952, σ. 3-5. Αναδημοσίευση στο Κείμενα, σ. 255-265.
[2] ...παράλληλα δείχνουμε πως θα είναι η ζωή μας στο μέλλον: η οργανωμένη γειτονιά, ΤΑ ΝΕΑ, Τρίτη 26 Σεπτέμβρη 1972, Αρχείο Δ, α/α 7789.
[3] «Απολλώνιο: το κλαμπ πριβέ της Ελλάδος», εφ. EXPRESS, 26 Σεπτέμβρη 1972, Αρχείο Δοξιάδη, α/α 7787.
[4] Υπήρχαν σχέδια και για άλλους αντίστοιχους οικισμούς με το όνομα «Απολλώνιο», τόσο κοντά στην Επίδαυρο, όσο και στη Μύκονο. Βλ. Αρχείο Δοξιάδη τον φάκελο με α/α 20054.
[5] στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ (29 Σεπτέμβρη 1972) διαβάζουμε για την έκθεση γλυπτικής στο Απολλώνιο (Φρόσω Μενεγάκη–Ευθυμιάδη, Χρήστος Καπράλος, Νίκος Σώχος, Μιχάλης Τόμπρος, Θύμιος Πανουργιάς, Γ. Ζογγολόπουλος, Γ. Παρμακέλλης, Αχ. Απέργης. Αρχείο Δοξιάδη, α/α 19551.
[6] Απολλώνιον Πόρτο Ράφτη (διαφημιστικό φυλλάδιο). Αρχείο Δοξιάδη, α/α 20015, σ.4.
[7] Δημήτρη Πικιώνη «Αισθητικές αρχές της Αρχιτεκτονικής του Αιξωνικού Συνοικισμού», Αιξωνή, τόμος ‘Β, αρ. φύλλου 13-14, Αθήνα Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1952, σ. 3-5. Αναδημοσίευση στο Κείμενα, όπ.π. σ. 261.
[8] απόκομμα εφημερίδας στο Αρχείο Δοξιάδη, α/α 19551.
[9] «Apollo […] the ancient Greek god of harmony between nature and man […] was also considered the god of villages (komai)…» στο Constantinos A. Doxiadis, «The community of Apollonion», Ekistics, v.37, no 219, σ.143.
[10] «They (cars) can be parked under cantilevered overhangs which both protect them […] and hide them […] in this way Apollonion demonstrates how to separate man from the Machine…» όπ.π. σ., 144.
[11] Αρχείο Δοξιάδη, στο φάκελο με α/α 19826 όπου βρίσκεται η αλληλογραφία με τους  μελλοντικούς κατοίκους.
[12] Τα δέντρα που θα φυτεύονταν στο Απολλώνιο ήταν προσεκτικά επιλεγμένα. Έτσι στο φάκελο του Αρχείου με α/α 19826 διαβάζουμε ότι είχει σχεδιαστεί να φυτευτούν λεμονιές, πορτοκαλιές, νερατζιές, μιμόζες, ακακίες, ελιές, κυπαρίσσια, δάφνες, ροδιές αλλά και σχίνα, δενδρολίβανα, κουμαριές, αμπέλια κ.α.
[13] Le Corbusier, Le Modulor, Παρίσι: 1948, σ. 20.
[14] Gottmann, Jean «Plato, Aristotle and Alexander», Ekistics, v.37, no 219, σ.147-148.
[15] The architecture […] being genuinely Greek, simple, born of the landscape and of the human beings who have lived there for thousands of years. It belongs to no particular period or particular style;[…] it has truly sprouted out of the rock, the earth and the few plants which had been growing there… ο.π. σ. 144.
[16] Δημήτρης Πικιώνης 1887-1968, Αθήνα: εκδόσεις Μπάστα – Πλέσσα, 1994, τομ. ΙΙ, σ. 68
[17] Στο Αρχείο Δοξιάδη υπάρχει γράμμα του Γ. Σαρρή προς τον Dali, με ημερομηνία 25/5/1976, όπου αναφέρονται λίγα λόγια για την κατοικία (villa) του Κ. Δοξιάδη. Όπως αναφέρει ο Γ. Σαρρής, το γράμμα του συνοδεύει μια αναλυτική περιγραφή της κατοικίας, τρία σχέδια και μερικές φωτογραφίες. Αρχείο Δοξιάδη στο φάκελο με α/α 19946.


Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο μου Κατασκευές της Όρασης, Αθήνα: Ποταμός, 2010.


Για την κατεδάφιση βλέπε:
http://www.monumenta.org/article.php?IssueID=4&perm=1&ArticleID=648&CategoryID=20&lang=gr
http://www.ekathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_08/11/2011_462004