24 Ιουνίου 2014

A UTOPIA FOR ALL


Four well-known architectural Utopias of the past 100 years are relocated ‘otherwhere’. Le Corbusier’s Domino House (1914), Lissitzky’s Wolkenbügel (1923), Fuller’s Wichita House (1946) and Superstudio’s Life/Supersurface (1972) are reconceptualized, having another protagonist at their center. The Sub-Saharan African becomes the new protagonist, and the African planes the new areas where these Utopias are transferred.



This conceptual shift functions as a mirror on which these iconic architectural Utopias are reflected in order to revive in another, alternative context. This relocation intends to make us, architects, redirect our gaze towards the people who are not included in the existing Utopias, all those who see our reality as their Utopia. 




The message to the architects of the developed societies must be clear: Instead of imagining another Utopia for the privileged few, try to visualize the existing Utopias for the unprivileged many. Instead of asking a maximum happiness for the few, fight for the minimum happiness for the many.



Utopia is one of the most interesting chapters of architecture. From the ancient times until nowadays Utopias are an indispensable part of architectural history and theory, and still affect and inspire the work of architects worldwide. However, these Utopias which provoke us to envision new possibilities for the architecture and the city, the society and its future, the man and its environment are always addressed to a specific subject. This subject is the inhabitant of the contemporary city - like Plato’s 4th century BC Athenian or Thomas More’s 16th century AD Londoner - the citizen of the modern developed countries. Therefore, the right to imagine Utopia appears as a luxurious privilege for those who already live much better than most, the fortunate few who live a life unimaginable by billions of other people.

Even if architects of the 20th century, from Ernst May and Constantinos Doxiadis to Aldo van Eyck and Rem Koolhaas, have worked in Africa in order to pave the way to a better future or refresh design thinking itself, few architects realize today in which way the future of the developed cities, societies and natural environment is interconnected to the future of the rest of the world. In an era of globalization we do not have the right to ignore the fact that a part of our prosperity and happiness is due to other people’s poverty and misery.

A new architectural Utopia can only be one that gives hopes for a decent living standard for the billions of human beings who still don’t have it.

Utopia is a word empty of meaning unless it is a Utopia for all.


competition report and results here:
http://www.uiaregion2.org/UTOPIA_ANNOUNCEMENT.pdf 

23 Ιουνίου 2014

Αθήνα 9.84 / Σάββατο 21/6

Μια συζήτηση-debate για την Πανεπιστημίου στον Αθήνα 9.84 στο Σάββατο που μας πέρασε.

Η εκπομπή εδώ:

Από το 1.25.00 και μετά... 

11 Ιουνίου 2014

Η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου (μια απάντηση στη Σώτη Τριανταφύλλου)

Ήθελα να παρουσιάσω κάποιες σκέψεις μου για τη σειρά άρθρων της κας Σώτης Τριανταφύλλου με θέμα «Η αποτυχία των πεζόδρομων». Καταρχάς να δηλώσω ότι γενικά εκτιμώ τις τολμηρές θέσεις της κας Σώτης Τριανταφύλλου και βρίσκω ενδιαφέρουσα την κριτική που κάνει σε σχέση με τις δυσκολίες και αντιφάσεις που συναντάει η ελληνική κοινωνία σε μια διαρκή πορεία εκμοντερνισμού-εκσυγχρονισμού, μια πορεία μεταρρύθμισης και φιλελευθερισμού (με τη φιλοσοφική έννοια), μια θεμιτή πορεία θεσμικής και πολιτισμικής εξέλιξης ή ωρίμανσης. Ακριβώς εδώ είναι που τα τελευταία άρθρα της κας Τριανταφύλλου για τις πεζοδρομήσεις εμπεριέχουν μία απρόσμενη αντίφαση αφού τελικά, άθελα ίσως, παίρνουν μια σαφή θέση κατά αυτής της πορείας.

Δεν θα αναφερθώ ιδιαίτερα στα δύο πρώτα μέρη τα σχετικά με τις πεζοδρομήσεις στις ΗΠΑ· είναι σαφές ότι μιλάμε για έναν άλλο κόσμο σε σχέση με την Ελλάδα. Απλά να σημειώσω ότι η λογική, η οποία διαφαίνεται στα άρθρα, ότι δήθεν οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν την λογική των πεζοδρομήσεων ως αποτυχημένη, κάθε άλλο παρά ισχύει. Αν δει κάποιος τι γίνεται τα τελευταία χρόνια σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη (μετατροπή της υπέργειας σιδηροδρομικής γραμμής Highline σε πεζόδρομο, πεζοδρόμηση μέρους της Times Square και της λεωφόρου Broadway, μετατροπή του αυτοκινητόδρομου Brooklyn Hights σε πεζόδρομο) ή η Βοστώνη (Μετατροπή της Boston Central Artery σε γραμμικό πεζόδρομο-πάρκο) θα διαπιστώσει μια τεράστια επένδυση σε νέους μητροπολιτικούς πεζόδρομους μεγάλης κλίμακας.

Προφανώς όλα αυτά γίνονται γιατί πουθενά δεν είναι γραμμένο ότι «δεν πρέπει να ‘πειράζουμε’ ότι λειτουργεί» αφού πιστεύουμε πλέον ότι αυτά που κάποτε λειτουργούσαν, σήμερα, δεν λειτουργούν πια. Με λίγα λόγια η άλλοτε αποδεκτή λογική «παίρνω το αυτοκίνητό μου για να μετακινηθώ στην πόλη» δεν είναι πλέον βιώσιμη ούτε καν σε χώρες με ακλόνητη αυτοκινητιστική κουλτούρα όπως οι ΗΠΑ.

Ξαναγυρνώντας σε αυτό που ανέφερα στην αρχή, αυτό που με εκπλήσσει είναι ο συντηρητισμός της κριτικής της κας Τριανταφύλλου, ένας συντηρητισμός τον οποίο, όταν τον εντοπίζει η συγγραφέας γράφοντας για άλλα θέματα, πάντα καυτηριάζει. Όχι όμως και σε αυτήν την περίπτωση. Και για να εξηγηθώ, ο συντηρητισμός έγκειται στο γεγονός ότι αμφισβητείται μια βασική παράμετρος των νεωτερικών κοινωνιών, το γεγονός δηλαδή, ότι στις νεωτερικές κοινωνίες δεν έχει ο οποιοσδήποτε άποψη για τα πάντα. Κι αυτό γιατί εμπιστεύεται όλους όσοι έχουν την γνώση, την εκπαίδευση και την ευθύνη για ένα ορισμένο αντικείμενο. Ούτε κρίνει κάποιος ‘απ’ έξω’ αν αυτό που γράφει ένας ειδικός είναι έγκυρο ή τεκμηριωμένο. Κι αυτό γιατί γνωρίζει ότι δεν έχει τα εργαλεία να το κάνει· απλά.

Με άλλα λόγια δεν μπορεί να έχει ο χ, ψ, ζ «άποψη» αν ένα δημόσιο έργο το οποίο έχει ξεκινήσει ως όραμα ήδη από τη δεκαετία του ’80, ένα έργο το οποίο έχει μελετηθεί σε όλες του τις διαστάσεις εδώ και χρόνια, ένα έργο το οποίο, στο κάτω-κάτω, ακολουθεί αυτό που είναι πλέον αυτονόητο σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, είναι «έργο βιτρίνας» ή «βασίζεται στη φιλοσοφία του φραπέ» ή εκφράζει μια «πόλη-χουζούρι και ραχάτι». Δεν μπορεί, έτσι εύκολα να δηλώνει κάποιος, ιδιαίτερα ο μη ειδικός, ότι αν πεζοδρομηθεί η Πανεπιστημίου «θα προκληθεί κυκλοφοριακή συμφόρηση» ή «θα μαραζώσει και θα εκπέσει θλιβερά από αισθητική άποψη» ή ότι πεζοδρομήσεις όπως αυτή της Πανεπιστημίου είναι «απάνθρωπες, ρυπαντικές και αντιοικονομικές»!

Ποιος τα λέει αυτά; Πώς τεκμηριώνονται όλα αυτά;

Σαφώς, η κριτική για θέματα δημόσιου χώρου είναι απαραίτητη. Είναι αναμενόμενο κάποιοι να διαφωνούν με την πεζοδρόμηση για διάφορους, αν και όχι πάντα εμφανείς, λόγους (τα προσωπικά συμφέροντα και η μνησικακία παίζουν και αυτά τον ρόλο τους). Ακόμα και μια κριτική που επιδιώκει να μετατοπίσει το ζήτημα από μια ‘στενή’ οπτική αστικού σχεδιασμού και να το δει σε ένα ευρύτερο κοινωνικό-πολιτικό-ιδεολογικό πλαίσιο σπάνια (δυστυχώς) είναι καινοτόμα και ριζοσπαστική. Συνήθως καταλήγει να αναπαράγει μια σειρά από παλιομοδίτικα και χιλιοειπωμένα κλισέ.

Το αν θα πετύχει ή όχι η Πανεπιστημίου μένει να αποδειχθεί. Υπάρχει άφθονη η διεθνής εμπειρία που μας λέει ότι η πιθανότητα επιτυχίας είναι μεγάλη. Κανένας, βέβαια, δεν μπορεί να δει τη μελλοντική εξέλιξη με ακρίβεια. Στην πολεοδομία δεν μπορούν να γίνουν, εύκολα, προβλέψεις. Δεν πρέπει να περιμένουμε ότι ένα έργο θα λύσει όλα τα προβλήματα της Αθήνας. Ούτε όμως να φοβόμαστε ότι ένα τέτοιο έργο θα καταστρέψει το κέντρο της. Έχουν γίνει και άλλες πεζοδρομήσεις στην πόλη τα τελευταία χρόνια, με τεράστιες, πάλι, αντιδράσεις, οι οποίες λειτουργούν μια χαρά.
Είναι σίγουρο ότι έχει γίνει μια τεράστια προσπάθεια από πολλούς, εδώ και χρόνια, ώστε και αυτό το έργο να πετύχει, ώστε έννοιες όπως η «κεντρικότητα» ή το «δικαίωμα στην πόλη» για τις οποίες μίλαγε ο Henri Lefebvre να γίνουν περισσότερο απτές. Ας σεβαστούμε αυτήν την προσπάθεια, ας δούμε ποιοι την έκαναν διαχρονικά, κι ας είμαστε λιγότερο καχύποπτοι. Είναι κρίμα σε ένα περιοδικό πόλης το οποίο διαβάζεται από τόσους πολλούς να διατυπώνονται με τέτοια προχειρότητα αφοριστικές απόψεις οι οποίες δεν προκύπτουν από γνώση και έρευνα αλλά αποτελούν απλά κουβέντες τύπου «καφενείου».

Το γεγονός ότι όλοι έχουμε άποψη για όλα, όλοι είμαστε κακόπιστοι απέναντι στους πάντες και τα πάντα, ενώ την ίδια στιγμή, με μεγάλη ευκολία δίνουμε μεγάλες εξουσίες και αναθέτουμε σημαντικές ευθύνες σε άτομα που είναι προφανώς ανεπαρκή αυτό είναι το χαρακτηριστικό μιας επαρχιώτικης ή προ-νεωτερικής λογικής. Οι νεωτερικές κοινωνίες - για να είναι νεωτερικές - οφείλουν να δείχνουν εμπιστοσύνη σε όσους έχουν την ειδική γνώση και εκπαίδευση, αυτούς που αναλαμβάνουν και την τελική ευθύνη. Και οι σύγχρονες κοινωνίες - για να είναι σύγχρονες - οφείλουν να μπορούν να αλλάζουν και να προοδεύουν. Προς ποια κατεύθυνση θα είναι αυτή η πρόοδος και ποιά τα πρόσωπα που θα την προετοιμάσουν, αυτά είναι ζητήματα που μπορούμε και πρέπει να τα συζητάμε συλλογικά. Το να υποστηρίζει όμως κάποιος, εν έτει 2014, ότι η πρόταση να γίνει η Πανεπιστημίου ένας «πράσινος» δρόμος με έμφαση στον πεζό και την φιλική σε αυτόν δημόσια συγκοινωνία θα είναι εκ των προτέρων μια αποτυχία, ακούγεται ελαφρώς σκοταδιστικό.

 Athens Voice 11/6/2014


Τα σχετικά άρθρα της Σώτης Τριανταφύλλου για την 'αποτυχία' των πεζόδρομων εδώ:

μέρος 1ο

μέρος 2ο

μέρος 3ο